Φίλε επισκέπτη,

Καλωσόρισες στο ιστολόγιό μου .

Είμαι ο Άρης Γαβριηλίδης γεννημένος το 1948 στον Πειραιά. Σπούδασα οικονομικά στην Νομική Αθηνών και σταδιοδρόμησα ως διευθυντικό στέλεχος σε ναυτιλιακές τράπεζες και επιχειρήσεις. Τώρα ασχολούμαι αποκλειστικά με τις δύο παλιές μου αγάπες: τη συγγραφή βιβλίων και την μικρογλυπτική (readymade, assemblance art)

Εδώ καταγράφω όσες από τις σκέψεις μου θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευτούν. Εκθέτω επίσης φωτογραφίες από τα τεχνουργήματά μου, παρμένες από την "γκαλερί" της προσωπικής μου ιστοσελίδας: http://www.arisgavriilidis.gr/

Διευκρίνιση: ο τίτλος του blog, Aris-tourgimata, δεν οφείλεται σε οίηση αλλά σε λογοπαίγνιο: συνδυάζει το όνομά μου (Άρης) με τα δημι-ουργήματά μου (σκέψεις και τεχνουργήματα).

Φίλε επισκέπτη, ελπίζω να βρεις το ιστολόγιό μου ενδιαφέρον. Το σχόλιά σου ευπρόσδεκτα.

Σε περιμένω και:

Στην ιστοσελίδα μου: http://arisgavriilidis.gr/
στο Facebook: Aris Gavriilidis
στο Twitter: @agavriel1

EMAIL
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

554. Η επαφή μας με την βροχή

Όταν είμαστε παιδιά είχαμε μιαν άμεση σχέση με την βροχή. Πηγαίναμε σχολείο με τα πόδια φορώντας αδιάβροχο και γαλότσες,  παίζαμε μέσα στη βροχή τραγουδώντας το "βρέχει, χιονίζει / το μάρμαρο ποτίζει / κι η γάτα μαγειρεύει / κι ο ποντικός χορεύει" κι όταν ψιλόβρεχε με ήλιο το "ήλιος και βροχή / παντρεύονται οι φτωχοί / ήλιος και φεγγάρι / παντρεύονται οι γαϊδάροι". 

Πιο μεγάλοι, ταξιδεύαμε με το λεωφορείο κρατώντας μια ομπρέλα που συχνά αναποδογύριζε ο αέρας, μουσκεύαμε αλλά δεν μας ένοιαζε.   

Σήμερα βλέπουμε την βροχή μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου μας ή των παράθυρων του σπιτιού και του γραφείου μας. Την χαζεύουμε όπως τα ψάρια στο ενυδρείο, πίσω από την ασφάλεια ενός τζαμιού. 


367. Ψάχνοντας το κουφετί σύννεφο

         Θα πρέπει να ήμουν πέντε χρονών, όταν η γιαγιά μου πήγε να επισκεφτεί μια φίλη της στην παρακάτω γειτονιά και με πήρε μαζί της. Εκεί γνώρισα το εγγόνι της, τον Στέφανο, περίπου στην ηλικία μου.
Ίσως να ήτανε Άνοιξη, ίσως Φθινόπωρο, απόγευμα. Από την αυλή του σπιτιού τους, όπου έπαιζα με τον Στέφανο, βλέπαμε ένα μεγάλο κομμάτι ουρανού προς την Δύση. Ο ήλιος ήταν στο γέρμα του κι έβαφε με ένα υπέροχο ροζ χρώμα κάτι πουπουλένια συννεφάκια. Ο Στέφανος μού λέει: «Τα σύννεφα αυτά σαν κουφέτα δεν είναι;».
Εκείνα τα συννεφάκια έμειναν χαραγμένα στην μνήμη μου. Οι τελευταίες ηλιαχτίδες το φώτιζαν με ένα παραμυθένιο χρώμα σε πολλές αποχρώσεις του ροζ. Βλέποντάς τα αιστάνθηκα νοσταλγία, χωρίς να ξέρω γιαποιο πράγμα, ανάκατη με μια δόση μελαγχολίας, ίσως γιατί το θέαμα ήταν τόσο μακρινό και άπιαστο, ίσως γιατί σε λίγο δεν θα υπήρχε πλέον.
Κάθε που βλέπω ροζ συννεφάκια στο ηλιοβασίλεμα, ψάχνω να βρω εκείνο το συγκεκριμένο, το κουφετί της νηπιακής μου ηλικίας, όταν άρχισα να ανακαλύπτω τα θαύματα του κόσμου. Ακόμη δεν το βρήκα...

315. Η παλιά ντροπή

Χριστούγεννα 1957, τρίτη δημοτικού, η δασκάλα μάς ζήτησε να κάνουμε κάποιο δώρο στους φτωχούς συμμαθητές μας.

Κρατώντας το πακέτο με τα μελομακάρονα που μου έδωσε η μητέρα μου και μαζεύοντας τα τελευταία υπολείμματα του κουράγιου μου, πλησίασα αμήχανος την ορφανή συμμαθήτριά μου, που ζούσε με την γιαγιά της.

Άφησα στα χέρια της το πακέτο ψελλίζοντας κάτι, κι έσπευσα να απομακρυνθώ ντροπιασμένος, φοβούμενος μην την πρόσβαλα.

Με κυνηγά ακόμη εκείνη η «ντροπή» κι ας πέρασε μισός αιώνας από τότε.

313. Η γλύκα του ψητού

Στην δεκαετία του ’50, στα δημοτικά σχολεία, οι δάσκαλοι διένειμαν στους μαθητές κίτρινο βούτυρο και τυρί. Τα έστελνε αμερικανική οργάνωση για τα υποσιτιζόμενα Ελληνόπουλα, ύστερα από ένα παγκόσμιο πόλεμο και ένα χειρότερο εμφύλιο. Η παιδική αδενοπάθεια, άγνωστη σήμερα, τότε ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Σήμερα, ο πόλεμος στην Ελλάδα είναι μια μακρινή ανάμνηση. Αμερικανική βοήθεια δεν υπάρχει. Ούτε κονσέρβες με βούτυρο και τυρί. Υπάρχουν όμως υποσιτιζόμενα Ελληνόπουλα, που λιποθυμούν στο σχολείο από την πείνα. Το υπουργείο, λέει, οργανώνει στα σχολεία υποβαθμισμένων περιοχών της Αθήνας διανομή «μικρογευμάτων», δηλαδή ένα ποτήρι γάλα ή ένα σάντουιτς.

Η οικονομική κρίση που βιώνουμε γενικεύεται. Μακραίνουν οι ουρές στα συσσίτια που οργανώνουν διάφοροι φορείς: εκκλησία, δήμοι, φιλανθρωπικές οργανώσεις,  ομάδες  ιδιωτών. Είναι η αυτοάμυνα της κοινωνίας για να προστατευτεί και να αντιμετωπίσει ένα αναπάντεχο εισβολέα που χτυπά παντού και δημιουργεί νέα θύματα-ανέργους.

Φοβάμαι ότι η οικονομική ανάκαμψη θα αργήσει. Το κράτος όχι μόνο δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες κοινωνικής πρόνοιας, που αυξάνουν οσημέραι, αλλά θα αναγκαστεί να τις περικόψει. Μόνη διέξοδος η κοινωνική αλληλεγγύη. Δηλαδή, εσείς κι εγώ, όλοι μας, όσο μπορούμε, να συνδράμουμε τους άγνωστους συνανθρώπους μας. Είτε ατομικά είτε μέσω  ενός από τους φορείς που αναφέραμε πιο πάνω. Εύκολα τους βρίσκεις κανείς, αν ψάξει. Μπορεί ακόμη κάποιος να δημιουργήσει και να οργανώσει τον δικό του πυρήνα έμπρακτης βοήθειας. Για παράδειγμα, διάβασα στον τύπο ότι κάποιοι δάσκαλοι του 5ου και του 22ου δημοτικού σχολείου Κερατσινίου, σε συνεργασία με δασκάλους σχολείων του Περάματος, φροντίζουν μαθητές που έχουν ανάγκη. «Παίρνω σημειώματα από γονείς που μου γράφουν “δώστε κάτι στο παιδί μου να φάει, δεν έχω να το ταΐσω”»,  διηγείται ένας από αυτούς.

Τις ημέρες των Χριστουγέννων συνηθίζεται να μαλακώνουν οι καρδιές και να ανοίγουμε το πορτοφόλι μας. Είμαι βέβαιος ότι πολλοί από εμάς θα το κάνουν. Όμως, το πρόβλημα δεν είναι στιγμιαίο αλλά διαρκές. Θα συνεχίσει αμείωτο και τον Γενάρη και τον Φλεβάρη και όλους τους μήνες του χρόνου, αφού η ανάγκη για τροφή είναι καθημερινή. Όσοι μπορούμε έχουμε ηθική υποχρέωση να συνδράμουμε.  Και θα ανταμειφτούμε γι’ αυτό. Όχι σε μιαν άλλη ζωή αλλά εδώ και τώρα. Αμοιβή μας είναι η  ικανοποίηση που θα μας δώσει ο ίδιος ο εαυτός μας. Μια δοκιμή, έστω μικρή, θα  πείσει για την αλήθεια του ισχυρισμού μου.

Συχνά καταφεύγουμε στην ψεύτικη δικαιολογία «δεν βαριέσαι, αν δεν βοηθήσω εγώ θα βοηθήσουν οι άλλοι». Μα, για τον καθένα από εμάς, οι άλλοι είμαστε εμείς. Δεν υπάρχουν άλλοι «άλλοι».

Μια κοινωνία διαλύεται όταν καταρρεύσει ο ιστός της. Στην εποχή μας, όπου όλα τα προπύργια γύρω μας ένα προς ένα γκρεμίζονται με πάταγο και οι αξίες έχουν διαβρωθεί,  η αλληλεγγύη θα δημιουργήσει ένα νέο, αρραγή κοινωνικό ιστό, που θα περάσει την πατρίδα μέσα από την έρημο που διανύει τώρα. Εμείς, οι Έλληνες, στα δύσκολα (προ παντός στα δύσκολα) μεγαλουργούμε.

Φίλες και φίλοι αναγνώστες, λυπάμαι αν το σημείωμα αυτό, γιορτάδες μέρες, σας «έκοψε την γλύκα του ψητού» που λέει κι ο γραφικός ενωμοτάρχης στην κινηματογραφική «Μανταλένα». Όμως, οι πεινασμένοι δεν μπορούν να περιμένουν.  Είναι εκεί και μας προσμένουν.

311. Ξυλίκι και τσιρότο

Πιτσιρικάδες παίζαμε στους δρόμους και στις αλάνες της γειτονιάς. Μια πολυτέλεια που τα σημερινά παιδιά δεν έχουν. Τα πιο πολλά παιχνίδια (ποδόσφαιρο, κυνηγητό, κρυφτό, ξυλίκι, πρωτελιά, σχοινάκι κλπ),  απαιτούσαν τρεχαλητό και έντονη σωματική δραστηριότητα.

Συχνά γλιστρούσαμε, σκοντάφταμε, πέφταμε και χτυπούσαμε. Οι τραυματισμοί συνηθισμένοι. Οι πρώτες βοήθειες με λίγο οινόπνευμα, οξυζενέ, ιώδιο ή σκόνη σουλφαμίδα. Κάποιοι έσπευδαν να βάλουν μια διαλυμένη γόπα τσιγάρου με την πεποίθηση ότι ο καπνός σταματά την αιμορραγία, αψηφώντας το μικροβιακό φορτίο της. Μετά, μια γάζα με τσιρότο ή επίδεσμος από σχισμένο ύφασμα. Ούτε «τραυμαπλάστ», ούτε ραψίματα, ούτε αντιτετανικός ορός ούτε αντιβιοτικά.

Αδιάψευστη μαρτυρία των παιδικών τραυμάτων οι ουλές που φέρουν ακόμη, συνήθως στα γόνατα, οι σημερινοί μεσήλικες…

(Εικονίζεται το έργο μου "Η Ζωίτσα κάνει σχοινάκι" από την συλλογή "Τιρμπουσόν")

309. Το μυστικό του "ατάλαντου" ζωγράφου

Γνώρισα πρόσφατα ένα φιλότεχνο δικηγόρο. Από τις πρώτες κουβέντες, μού αποκάλυψε την αιτία που τον έκανε φανατικό συλλέκτη πινάκων ζωγραφικής:

"Από παιδάκι μού άρεσε να ζωγραφίζω. Όταν πήγαινα στο νηπιαγωγείο,  η δασκάλα μάς ζήτησε να ζωγραφίσουμε ένα σπιτάκι. Έβαλα τα δυνατά μου και έφτιαξα μια  υπέροχη ζωγραφιά. Της την έδειξα με καμάρι και περίμενα να πει και σε μένα μπράβο, όπως  στα άλλα παιδιά. Εκείνη, μόλις το είδε, έφριξε. Το έσκισε και πέταξε τα κομμάτια στον αέρα λέγοντας «τι αηδίες είναι αυτές!». Από τότε μέχρι σήμερα δεν τόλμησα να σχεδιάσω ούτε γραμμή. Έτσι, διοχέτευσα την αγάπη μου για την ζωγραφική στην συλλογή πινάκων".  

Η ιστορία μού θύμισε την γνωστή ρήση του Ταλλεϋράνδου: «αυτό είναι  κάτι χειρότερο από έγκλημα. Είναι λάθος». Της "παιδαγωγού", συμπληρώνω.

307. Ονόματα από νηπιακά ψελλίσματα

Διάβασα πως το πραγματικό όνομα του Κακά, του άσου του ποδοσφαίρου από την πατρίδα του Πελέ, είναι Ρικάρντο. Κακά τον έλεγε ο μικρότερος αδελφός του, όταν ήταν νήπιο, προσπαθώντας να προφέρει το κανονικό του όνομα, και του έμεινε.  

Τέτοιες περιπτώσεις γνωρίζω κι άλλες. Η Ντάντα (από το Αλεξάνδρα) όπως την έλεγε μικρή η αδελφή της, η Κουκούνη (από το Ελισάβετ), γιατί έτσι την έλεγαν οι ανιψιές της. Mέχρι τώρα που έγιναν γιαγιάδες, Ντάντα και Κουκούνη τις λέμε.

Φτηνά την γλύτωσαν και διατήρησαν το κανονικό τους όνομα, η παλιά μας γειτόνισσα, η κυρία Δέσποινα, που μικρός την έλεγα Γκέκακα και ο Βασίλης, o εξάδελφός μου, που τον φώναζα...Κακακάκα.

(Εικονίζεται το έργο μου "Ο Πελέ κατάδικος" από την συλλογή "Εργαλεία")

229. Οι ακροβάτες της ΔΕΗ

Παλαιότερα, οι τεχνίτες της ΔΕΗ σκαρφάλωναν στις ξύλινες κολώνες με ειδικά πέδιλα με καμπυλωτές δαγκάνες. Δένονταν και με  φαρδιά ζώνη που περνούσαν γύρω από την μέση τους και γύρω από τον στύλο. Όταν βγήκαν οι τσιμεντένιες κολώνες, τα πέδιλα αντί για δαγκάνες είχαν λαστιχένια πέλματα.

Μην μου πεις! Δεν χρειάζεται να είσαι παιδί για να χαζέψεις ένα τέτοιο θέαμα! Ο τεχνίτης στο έδαφος έδενε τα πέδιλα και έμοιαζε με ανθρωπόμορφο κάβουρα. Κρέμαγε στην ζώνη του σχοινιά και καλώδια και άρχιζε την ιεροτελεστία της αναρρίχησης. 

Σε κάθε του «βήμα» προς τα πάνω, οι δαγκάνες μπήγονταν στην σάρκα της ξύλινης κολώνας Όταν  έφτανε στην κορφή άρχιζε να δουλεύει με τα πόδια του στηριγμένα στα πέδιλα με τις δαγκάνες μπηγμένες γερά στο ξύλο.

Κι εσύ να είσαι πιτσιρικάς, στο δρόμο για το σχολείο και από την μια να βιάζεσαι γιατί έχεις αργήσει και από την άλλη να κοντοστέκεσαι γιατί δεν θέλεις να χάσεις το θέαμα των τσάμπα ακροβατικών. Ευλογημένα διλήμματα!

221. Η νοσταλγία των παιδικάτων

Νοσταλγώ συχνά τα μέρη που πέρασα τα παιδικά μου χρόνια. Την εποχή. Την γειτονιά.

Όταν όμως αναρωτηθώ αν ήθελα πραγματικά να μεταφερθώ μόνιμα, με κάποιο θαύμα σε εκείνη την εποχή και σε εκείνα τα μέρη, λέω κατηγορηματικά όχι! Μου αρέσει το τότε σαν νοσταλγία, σαν όνειρο. Όχι για να το ξαναζήσω.

Προτιμώ, χίλιες φορές τις ανέσεις και την ιατρική ασφάλεια που μου παρέχουν η εποχή μου και οι συνθήκες που ζω. Δεν επιστρέφω έστω κι αν το δέλεαρ θα ήταν να ξαναγίνω νέος. Ευχαριστώ, δεν θα πάρω! Προτιμώ την ονειροπόληση και την νοσταλγία τους.

202. Μονάκριβος


Ένα από τα πολλά διαμάντια της Ελληνικής γλώσσας είναι και η λέξη "μονάκριβος, -η".

Δείχνει την μεγάλη αξία που έχει για τον ομιλούντα
το ουσιαστικό που προσδιορίζει το επίθετο αυτό: γιος, κόρη, παιδί, συνήθως.

Συνδυάζει σε μια λέξη την έννοια του μοναδικού, του αναντικατάστατου και του πολυαγαπημένου.

164. Παιδιά κολλημένα στη γη

 Όταν ήμασταν παιδιά, λόγω χαμηλού αναστήματος, σωματικής ευλυγισίας και φυσικής περιέργειας για το περιβάλλον, είχαμε στενότερη επαφή με την γη και με το έδαφος.  Τα παιχνίδια μας ήσαν «επίγεια» κυρίως π.χ. σβούρες, βώλοι, γκαζές, καρύδια, χαρτάκια (φάτσα-άφατσα), φίτσος, καπάκια από μπουκάλια στο ρείθρο του πεζοδρομίου, κλπ.

Ακόμη πιο μικρά, διερευνούσαμε την χλωρίδα ττης αυλής, των οικόπεδων και του χωμάτινου δρόμου: τσουκνίδες, χαμομήλια, παπαρούνες, αγριόχορτα. Οι πειραματισμοί με  ένα  πριονωτό στάχυ μου άφησαν ενθύμιο μια ουλή στο πάνω χείλος. Κάποιοι, πιο τολμηροί, έβαζαν στο στόμα χώμα να δουν τι γεύση έχει.
    
Όσο ψηλώναμε στο μπόι, τόσο λιγόστευε η επαφή μας με το έδαφος.

Τώρα πια, μόνο οι σόλες των παπουτσιών μάς συνδέει με την γη. Έως ότου,  έλθει το πλήρωμα του χρόνου και μάς σκεπάσει…

160. Ο παιδικός σουρεαλισμός

«Α, μπέμπα μπλομ, του κίθε μπλομ, α μπέμπα μπλομ του κιθεμπλομ, μπλιμ, μπλομ»,
«Ένι μένι τζένι, ένι τσικολάτα ντόνεπα, ντόνεπα, ένι τσικουμπέ, ένι τσικουμπέ, αραβία, αραβία, συ κι βγες»,
«Έχεις πάπλωμα χρυσό; /Έχω και μεταξωτό / Στείλε μού το να το δω / Τόχει ο γιος μου στο σχολειό / Έμαθα πως πέθανε / Ποιος παπάς τον έθαψε; / Ο παπάς, ο γούμενος /με τα γουμενάκια του / και με τα παιδάκια του».
 «Νά το, νά το, το δαχτυλίδι! / πού ’ντο, πού ’ντο; / Δεν θα το βρεις /Δεν θα το βρεις / Δεν θα το βρεις / το δαχτυλίδι που ζητείς».  
«Βρέχει, χιονίζει / το μάρμαρο ποτίζει / η γάτα μαγειρεύει / κι ο ποντικός χορεύει»
«Μια δεκάρα η βιολέτα, τσιγκολελέτα, πράσινα κουφέτα»
«Ένας τέντζερης / καπιτένζερης / με πατάτες και με κρέας / πί ποντό / νουμερό ζερό / ματμαζέλ η Μαριγώ / και ζερό»
    
     Ο παιδικός σουρεαλισμός είναι πιο γοητευτικός από τον σουρεαλισμό των μεγάλων!
(Εικονίζεται το έργο μου "Ζωίτσα" από την συλλογή "Τιρμπουσόν")

155. Παίζοντας με τον χάρτη

       Τα παιδιά μπορούν να παίζουν με οτιδήποτε. Στο δημοτικό, είχαμε ένα ανέξοδο, διασκεδαστικό και μορφωτικό παιχνίδι.  Πάνω στον  σχολικό χάρτη, (Ελλάδας, Ευρώπης ή παγκόσμιο), ο ένας έβλεπε κάποιο τοπωνύμιο και καλούσε τους υπόλοιπους να το εντοπίσουν. 
     Μεγαλώσαμε, ο παγκόσμιος τουρισμός θέριεψε, ταξιδέψαμε στην Ελάδα και στο εξωτερικό και τα τοπωνύμια-αινίγματα έγιναν τόποι προορισμού μας... 

38. Το ρολόι του Χρόνου

Στο γραφείο της κυρίας Ασημίνας, της Διευθύντριας του δημοτικού σχολείου μου, κρεμόταν ένας μεγάλος χάρτης. Παρίστανε  το  έτος, σαν ένα κύκλο χωρισμένο στις εποχές και τους μήνες. Ο Ιανουάριος, θυμάμαι, βρισκόταν στην αρχή του άνω αριστερά τεταρτημόριου, που ήταν ο χειμώνας. Όλος  ο χάρτης ήταν διακοσμημένος με υπέροχες ζωγραφιές

Τόσο πολύ με είχε εντυπωσιάσει αυτή η εικόνα που χαράχτηκε ανεξίτηλα στο παιδικό μυαλό μου. Έκτοτε, η κάθε εποχή και ο κάθε μήνας με παρέπεμπαν στο αντίστοιχο σημείο του κύκλου-έτους. Στη φαντασία μου, κάρφωσα κι ένα περιστρεφόμενο δείκτη στο κέντρο του κύκλου και τον έκανα ρολόι, που σημάδευε το πέρασμα του χρόνου. Όμως, ο δείχτης αυτός, όταν ήμουν παιδί, γύριζε απελπιστικά αργά. Η μια πρωτοχρονιά από την άλλη απείχε έτη φωτός. Όσο περνούσαν τα χρόνια, η ταχύτητα αύξανε. Τώρα στριφογυρνά σαν τρελός. Πότε ήταν η περσινή πρωτοχρονιά; Μόλις χθες!

Τι συμβαίνει λοιπόν; Προφανώς γερνάω και ο υποκειμενικός μου χρόνος επιταχύνεται. Όμως, τι σημαίνει «γερνάω», αφού από την στιγμή που γεννιόμαστε, αρχίζουμε να γερνάμε; Μήπως το γεγονός ότι έχω περάσει το όριο ηλικίας που σημαδεύει την νεότητα; Όμως, ποιο είναι αυτό το όριο, ποιος το καθορίζει και με ποια κριτήρια; Ποτέ δεν έπαψα να αισθάνομαι νέος και το ενδιαφέρον μου για την ζωή παραμένει αμείωτο. Το μόνο που άλλαξε είναι πως έγινα πιο εκλεκτικός, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από το πιο ποσοτικό στο πιο ποιοτικό.   

Η πείρα μου λέει ότι κάθε ηλικία έχει τα δικά της πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.  Αν ρωτήσεις κάποιον πόσο χρονών θα ήθελε να ήταν αν μπορούσε να φέρει τον χρόνο πίσω, πιθανότατα θα σου απαντήσει «Είκοσι, αλλά με τα μυαλά που έχω τώρα». Αυτό σημαίνει ότι θέλει να συνδυάσει τα διαφορετικά πλεονεκτήματα δύο διαφορετικών ηλικιών.

Ας συνεχίσω, λοιπόν, να απολαμβάνω όσα μου προσφέρει η ηλικία μου, που είναι, πράγματι,  πολλά. Αρκεί πρώτον, να τα επισημαίνω, δεύτερον, να τα χαίρομαι και τρίτον, να μην τα αφήνω γι’ αργότερα, (που μπορεί να γίνει ποτέ).

ΥΓ. Είμαι ευτυχής, που το τέλος της χρονιάς μού επεφύλασσε μια ευχάριστη έκπληξη. Ενώ, για χρόνια, έψαχνα να βρω ένα χάρτη σαν εκείνο τον παλιό, στο γραφείο της Διευθύντριας, έμαθα τυχαία πως διασώζεται ένας, στο καφενείο του χωριού Λάστα, Αρκαδίας. Παραθέτω την φωτογραφία του, που βρήκα στο διαδίκτυο.  

30. Οι παιδικές πληγές

Πιτσιρικάδες παίζαμε στους δρόμους και στις αλάνες της γειτονιάς. Μια πολυτέλεια για τα σημερινά παιδιά. Εκεί, τα παιδικά παιχνίδια (ποδόσφαιρο, κυνηγητό, κρυφτό, ξυλίκι, πρωτελιά, μακριά γαϊδούρα, αμπάριζα, κουτσό, σχοινάκι, τα μήλα κλπ),  ήθελαν τρεχαλητό κι έντονη σωματική δραστηριότητα. Μοιραία, γλιστρούσαμε, σκοντάφταμε, πέφταμε και χτυπούσαμε.

Οι πληγές ήταν στην ημερήσια διάταξη. Οι πρώτες βοήθειες ήσαν  λίγο οινόπνευμα, οξυζενέ ή ιώδιο. Κάποιοι έβαζαν μαδημένη γόπα τσιγάρου αψηφώντας το μικρόβια που είχε. Βλέπεις, σύμφωνα με την λαϊκή πεποίθηση της εποχής, ο καπνός σταματά την αιμορραγία,. Μετά, μια γάζα με λευκοπλάστ. Ούτε «τραυμαπλάστ» ούτε ράμματα, ούτε αντιτετανικός ορός για ψύλλου πήδημα, ούτε αντιβιοτικά.

Αδιάψευστη μαρτυρία των παιδικών τραυμάτων οι ουλές που έχουν  ακόμη στα γόνατά τους οι σημερινοί μεσήλικες…

13. Παιδιά κολλημένα στη γη

Όταν ήμασταν παιδιά, λόγω χαμηλού αναστήματος, σωματικής ευλυγισίας και φυσικής περιέργειας για το περιβάλλον, είχαμε στενότερη επαφή με το έδαφος.  Σ’ αυτό συνέτεινε και το γεγονός ότι τα παιχνίδια μας ήσαν κυρίως επίγεια και λιγότερο επιτραπέζια. Π.χ. σβούρες, βώλοι, γκαζές, καρύδια, χαρτάκια (φάτσα-άφατσα), φίτσος, καπάκια από μπύρα στο ρείθρο του πεζοδρομίου.

Κι ακόμη διερευνούσαμε την χλωρίδα των οικόπεδων και του χωμάτινου δρόμου: τσουκνίδες, χαμομήλια, βρωμόχορτο και λοιπά αγριόχορτα. Οι πειραματισμοί με ένα  πριονωτό στάχυ μου άφησαν ενθύμιο μια ουλή στο πάνω χείλος. Κάποιοι τολμηροί έβαζαν στο στόμα του χώμα να δουν τι γεύση έχει.

Όσο μεγαλώναμε στο μπόι τόσο λιγόστευε και η επαφή μας με την γη. Τώρα πια το μόνο μου μας ενώνει με αυτήν είναι οι σόλες των παπουτσιών μας. Έως ότου, ολοκληρώνοντας τον κύκλο, έλθει το πλήρωμα του χρόνου και μας σκεπάσει…

7. Rosebud και Καραγκιόζης







O Πολίτης Κέιν με το Rosebud κι εγώ με τον Καραγκιόζη…

(Δερμάτινη φιγούρα του Τάσου Κούζαρου, από την συλλογή μου)