Φίλε επισκέπτη,

Καλωσόρισες στο ιστολόγιό μου .

Είμαι ο Άρης Γαβριηλίδης γεννημένος το 1948 στον Πειραιά. Σπούδασα οικονομικά στην Νομική Αθηνών και σταδιοδρόμησα ως διευθυντικό στέλεχος σε ναυτιλιακές τράπεζες και επιχειρήσεις. Τώρα ασχολούμαι αποκλειστικά με τις δύο παλιές μου αγάπες: τη συγγραφή βιβλίων και την μικρογλυπτική (readymade, assemblance art)

Εδώ καταγράφω όσες από τις σκέψεις μου θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευτούν. Εκθέτω επίσης φωτογραφίες από τα τεχνουργήματά μου, παρμένες από την "γκαλερί" της προσωπικής μου ιστοσελίδας: http://www.arisgavriilidis.gr/

Διευκρίνιση: ο τίτλος του blog, Aris-tourgimata, δεν οφείλεται σε οίηση αλλά σε λογοπαίγνιο: συνδυάζει το όνομά μου (Άρης) με τα δημι-ουργήματά μου (σκέψεις και τεχνουργήματα).

Φίλε επισκέπτη, ελπίζω να βρεις το ιστολόγιό μου ενδιαφέρον. Το σχόλιά σου ευπρόσδεκτα.

Σε περιμένω και:

Στην ιστοσελίδα μου: http://arisgavriilidis.gr/
στο Facebook: Aris Gavriilidis
στο Twitter: @agavriel1

EMAIL
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομική κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομική κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

498. Πώς να διαχειριστώ τα δύσκολα οικονομικά του σπιτιού;

Ανεξάρτητα από το ύψος εισοδήματος, τα έξοδά μας είναι πάντα περισσότερα. Φροντίζουν για αυτό οι εταιρείας που δημιουργoύν διαρκώς νέες, τεχνικές ανάγκες. Κάθε τόσο βγαίνουν καινούργια γκάτζετ, σνακ, ποτά με "θεϊκή γεύση", αυτοκίνητα νέας τεχνολογίας, ρεστοράν με "ψαγμένα" πιάτα, καλλυντικά που κάνουν θαύματα, διακοπές σε τόπους μαγικούς και ονειρεμένους και πάει λέγοντας. Για να πειστούμε ότι η ζωή μας θα είναι αφόρητη χωρίς αυτά μάς βομβαρδίζουν με διαφημίσεις. Κι αν δεν έχουμε λεφτά, δεν πειράζει. Δέχονται την πιστωτική μας κάρτα με πολλές δόσεις. Χώρια τα "διακοποδάνεια" που διαλαλούσαν κάποτε, λες και δεν μας έφτανε το επίδομα αδείας του μισού μισθού.  

Έτσι, πάντα οι τελευταίες ημέρες του μήνα είναι στριμωγμένες. Κι ύστερα σκέφτεσαι "μα, πού ξοδεύτηκαν τόσα λεφτά;". Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο έως οξύτατο με την οικονομική κρίση, που έκοψε ή εξαφάνισε εισοδήματα και αύξησε τους φόρους. 

Γεννήθηκα σε προσφυγική οικογένεια και μεγάλωσα σε μια χώρα κατεστραμμένη από τον πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε. Έμαθα τότε πως ο άνθρωπος ζει και με τα πολλά και με τα λίγα. Τόσο λίγα, που τα σημερινά, τσεκουρωμένα εισοδήματα φαντάζουν πλούσια σε σύγκριση με εκείνα.  Πρέπει, λοιπόν, να είμαστε ικανοποιημένοι με την σημερινή κατάσταση; Ασφαλώς όχι. Μέχρις ότου όμως έλθει η οικονομική ανάκαμψη πρέπει να προσαρμοστούμε στις τωρινές συνθήκες. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Αντιλαμβάνομαι την οικονομική δυσκολία πολλών νοικοκυριών. Αφού τα έσοδα δεν αυξάνονται, αναγκαστικά θα περικοπούν οι υποχρεώσεις. Κατανοώ και την δυσκολία ψυχολογικής προσαρμογής, όταν στο παρελθόν είχαμε μάθει σε άλλο επίπεδο διαβίωσης. Μα πάνω απ' όλα νιώθω την απελπισία των ανέργων και τα προβλήματα, ψυχολογικά και επιβίωσης, που αντιμετωπίζουν. Από την αρχή της κρίσης, περισσότερο σκιαζόμουν την επερχόμενη ανεργία. 

"Εσείς που είσαστε οικονομολόγοι, πώς διαχειρίζεστε τα οικονομικά του σπιτιού;" ρώτησε την γυναίκα μου και εμένα μια εξαδέλφη μου, πελαγωμένη με τα έξοδά της. "Με φακελάκια" της απάντησα. Έμεινε εμβρόντητη. "Αλλά όχι από αυτά που φαντάζεσαι", συμπλήρωσα για να την συνεφέρω. "Δηλαδή;" ξαναρώτησε απορημένη. Άρχισα να της εξηγώ.

Κατ΄ αρχήν δεν υπάρχει καμιά επιστημοσύνη στη διαχείριση των οικονομικών του σπιτιού. Υπάρχει μόνο κοινός νους που λέει ότι πρέπει να φροντίζεις ώστε οπωσδήποτε τα έξοδά σου να είναι ίσα ή λιγότερα από τα έσοδα. Μολονότι αυτό είναι αυτονόητο, συχνά δεν ακολουθείται.

Γράψε σε ένα κομμάτι χαρτί τα μηνιαία έσοδά σου και από κάτω τα είδη των εξόδων σου, ανά κατηγορία: νοίκι, φως, νερό, τηλέφωνο, διατροφή, ένδυση, θέρμανση κλπ. Επιμέρισε τα έξοδά σου, ανά κατηγορία, ώστε το άθροισμα τους να μην υπερβαίνει τα έσοδα. Δύσκολη διαδικασία αλλά αναγκαία. Σε φακελάκια γράψε την κατηγορία του εξόδου (π.χ. θέρμανση) και το ποσό που έχεις υπολογίσει για αυτό. Όταν εισπράξεις τον μισθό σου βάλε σε κάθε φακελάκι το αντίστοιχο ποσό. Με αυτό θα πορευτείς, δεν υπάρχει  άλλη επιλογή.

Στο σούπερ μάρκετ, όλο το σκηνικό είναι στημένο από ειδικούς επαγγελματίες με στόχο να σε πείσουν να πάρεις πράγματα που δεν χρειάζεσαι. Για αυτό αγόραζε μόνο τα πράγματα που έχεις ήδη σημειώσει στο χαρτάκι σου. Προτίμησε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Είναι εφάμιλλα των αντίστοιχων "επώνυμων" και τιμώνται 30%-50% φθηνότερα. Στην Ελλάδα της κρίσης η ιδιωτική ετικέτα αντιπροσωπεύει μόνο το 20% των αγορών έναντι 35% στην πλούσια Γερμανία, 42% στην Ισπανία και 50% στην Αγγλία. Προφανώς σε εμάς περισσεύουν λεφτά... >Ολη

Δεν είναι ντροπή να πηγαίνεις στον τσαγκάρη και στην μοδίστρα, που έχει πλέον κάθε γειτονιά, για επιδιόρθωση του παπουτσιού ή ρούχου αντί να το πετάξεις και να αγοράσεις καινούργιο. 

Μην χρησιμοποιείς πιστωτική κάρτα. Δεν λύνεις αλλά μεταθέτεις χρονικά και διογκώνεις το πρόβλημα με τα ληστρικά επιτόκια (20% ετησίως έναντι 2% κατάθεσης). 

Πριν αγοράσεις κάτι, κάνε μια έρευνα αγοράς, π.χ. διάλεγε βενζινάδικο με χαμηλή τιμή. Κλείνε φώτα του σπιτιού που δεν χρειάζονται. Μαγείρευε εσύ αντί να παίρνεις έτοιμα. Επισκέψου τις λαϊκές αγορές, έχουν φρέσκα και φτηνά προϊόντα.  Τα πολλά μικρά κάνουν το μεγάλο.

Τις υπόλοιπες ιδέες για περιορισμό των εξόδων θα τις βρεις εσύ. Και είναι, σε διαβεβαιώνω, πολλές ακόμη.  

(Από την στήλη μου "Εμπειρικές συμβουλές αυτοβελτίωσης" στο διαδικτυακό περιοδικό Flow Magazine
http://www.flowmagazine.gr/article/view/pos_na_diaxeiristo_ta_duskola_oikonomika_tou_spitiou)

480. Τα παλιά επαγγέλματα ή «πενία τέχνας κατεργάζεται»

Εκεί πίσω, στη δεκαετία του ’50, ο κόσμος αγωνιζόταν για να επιζήσει ύστερα από τον καταστροφικό πόλεμο και τον καταστροφικότερο εμφύλιο που ακολούθησε.
Υπήρχαν οι διάφοροι γυρολόγοι που πουλούσαν τα πάντα: μανάβηδες με το κάρο, ψαράδες με το πανέρι στο κεφάλι, τυροπιτάδες, παγωτατζήδες, παγοπώλες, κουλουράδες, εφημεριδοπώλες, λαχειοπώλες, υαλοπώλες με το κάρο ζεμένο στο γαϊδουράκι «ό,τι πάρεις τρεις (δραχμές), ό,τι διαλέξεις τρεις, όλα τρεις»,  φυστικάδες με το πανεράκι περασμένο στο χέρι που έπαιζαν και μονά-ζυγά, παλιατζήδες που διαλαλούσαν «μια μπουκάλα 12 μανταλάκια», γιαουρτάδες, γαλατάδες, γλυκά του κουταλιού («γλυκά χιώτικα»).
Υπήρχαν οι περιπλανώμενοι τεχνίτες με τα σύνεργά στην πλάτη: Ακονιστές ψαλιδιών–μαχαιριών με τον φορητό τροχό στον ώμο,  γανωματήδες με την ειδική γκαζιέρα που έλιωναν το καλάϊ, εμβάπτιζαν τα κουταλοπίρουνα και τα έβγαζαν «ασημένια», παπλωματάδες με το τεράστιο τόξο και την χορδή που αφράτευε το μαλλί που έβγαζαν από τα παπλώματα, καρεκλάδες με το δίμετρο δεμάτι ψάθας, παπουτσήδες με γεμάτη την τσάντα του από σουβλιά, φαλτσέτες, κομμάτια δέρματα, σφυριά και πρόκες, λούστροι με το κασελάκι, κλπ.
Υπήρχαν και οι «καλλιτέχνες» του δρόμου: ο γύφτος με την μαϊμού ή την αρκούδα δεμένη από αλυσίδα περασμένη από χαλκά στην μύτη, οι λατερνατζήδες, άλλοι που έκαναν παραστάσεις σε πλατείες με γυμνασμένα σκυλιά, οι «πεχλιβάνηδες» όπως ο Τζίμης ο Τίγρης που έσκιζαν τράπουλες, έσπαγαν αλυσίδες και λύνονταν από σχοινιά.
Υπήρχαν, τέλος, και οι ζητιάνοι που γυρνούσαν από πόρτα σε πόρτα ζητώντας τον οβολό.  

Έτσι, μ’ αυτά και μ’ αυτά μπόρεσαν και επιβίωσαν από την μιζέρια, ανάστησαν παιδιά τα οποία έγιναν οικογενειάρχες με εξοχικό και 4Χ4. 
Κι ύστερα ήλθε η κρίση...

460. Επιστροφή στο μαγκάλι

Στην εποχή μας, πατάμε το κουμπί του καλοριφέρ (όταν έχουμε πετρέλαιο…) και το σπίτι γίνεται φούρνος. Τα πράγματα όμως δεν ήσαν πάντοτε έτσι. Γυρνώντας κάμποσες δεκαετίες πίσω, τα περισσότερα σπίτια ζεσταίνονταν (τρόπος του λέγειν, δηλαδή) από το μαγκάλι. Η τουρκική λέξη mangal επεκράτησε της εύηχης ελληνικής πύραυνον (από το πυρ+αύνω, ανάβω).

Το μαγκάλι λοιπόν ήταν ένα απλό στην κατασκευή σκεύος μέσα στο οποίο αργοκαίει, χωρίς μπουριά, η καύσιμη ύλη. Το μέγεθος, το σχήμα και το υλικό κατασκευής ποικίλουν. Τα «πολυτελέστερα» ήσαν καμωμένα από χαλκό και είχαν σχήμα δισκοπότηρου. Τα φθηνά  και πιο συνηθισμένα, ήσαν από λεπτή λαμαρίνα, σαν ταψί, με διάμετρο γύρω στο μισό μέτρο και υψηλό χείλος, γύρω στους 15 πόντους. Τρία  ψηλόλιγνα ποδαράκια από σιδερένιες βέργες το κρατούσαν μισό μέτρο πάνω από το έδαφος, ενώ δύο χερούλια επέτρεπαν την μεταφορά του.  Όταν ο πάτος τρυπούσε από την χρήση εύκολα τον μπάλωνες βάζοντας πάνω του ένα κομμάτι λαμαρίνα  από γκαζοντενεκέ.

Καύσιμη ύλη του ήταν η πυρήνα, δηλαδή τα αποξηραμένα και θρυμματισμένα κουκούτσια από τις ελιές που έβγαζαν τα ελαιοτριβεία και την πουλούσαν πλανόδιοι με κάρο. Με τα υπολείμματα λαδιού που έκρυβαν ακόμη μέσα τους έκαιγαν αργά, αθόρυβα και δίχως φλόγα εκπέμποντας την ζέστη τους για πολλές ώρες. 

Το άναμμα του μαγκαλιού ήταν ξεχωριστή τέχνη. Το απόγευμα, πριν η οικογένεια μαζευτεί σπίτι, η νοικοκυρά έβγαζε το μαγκάλι στο πεζοδρόμιο. Μέσα στο ξεροβόρι,  το γέμιζε με πυρήνα  κάνοντας λακκούβα στη μέση. Εκεί έβαζε λίγα κάρβουνα και πάνω τους ξυλαράκια  που περιέχυνε με πετρέλαιο. Με ένα σπίρτο έβαζε φωτιά στο πετρέλαιο, που την μετέδιδε στα ξύλα, αυτά στα κάρβουνα και αυτά στην πυρήνα. Όλο το μυστικό ήταν να χωνέψουν εντελώς τα κάρβουνα και να ανάψει καλά η πυρήνα πριν φέρουν το μαγκάλι μέσα στο σπίτι. Διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος από τις αναθυμιάσεις.

Το μαγκάλι έπαιρνε την θέση του στο κέντρο του δωματίου και γύρω του καθόταν η οικογένεια, σαν μαργαρίτα. Τα πόδια ζεσταίνονταν αλλά η πλάτη πάγωνε.  Μία ως τόσο ανασκάλευαν την πυρήνα με την μασιά, που κρεμόταν μόνιμα στο χερούλι, για να δυναμώσει η ζέστη. Για να καθυστερήσουν την καύση σκέπαζαν την πυρήνα με δυο-τρία χρυσόχαρτα από τα κουτιά των τσιγάρων ενώ μια λεμονόκουπα αρωμάτιζε την ατμόσφαιρα. Στην χόβολη που δημιουργούσε η καμένη πυρήνα έβαζαν το μπρίκι με τον καφέ ή έψηναν κάστανα. 

Οι κίνδυνοι από το μαγκάλι δεν έλλειπαν. Ο μεγαλύτερος ήταν η δηλητηρίαση και ο θάνατος από τις αναθυμιάσεις. Γι΄ αυτό και έδιναν  μεγάλη προσοχή στο χώνεμα των κάρβουνων ενώ μία ως τόσο άνοιγαν για λίγο την πόρτα για να «φρεσκάρει ο αέρας». Υπήρχε ο κίνδυνος εγκαύματος αν κάποιος παραπατούσε και έπεφτε πάνω στο μαγκάλι. Κι ακόμη, λόγω του υψηλού κέντρου βάρους του, το μαγκάλι είχε ασταθή ισορροπία και με μια απρόσεκτη κίνηση εύκολα ανατρεπόταν.  

Οι πρώτες σόμπες πετρελαίου, φορητές με φυτίλι και χωρίς μπουριά, (θυμάμαι την μάρκα Demon), άρχισαν αν εκτοπίζουν το μαγκάλι. Με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου επικράτησαν οι σόμπες πετρελαίου με μπουριά που εξελίχθηκαν σε αερόθερμα με την προσθήκη ενός ηλεκτρικού ανεμιστήρα στη βάση (θυμάμαι την μάρκα Kresky) που έστελνε την ζέστη πιο μακριά. Μπροστά σε αυτή την πρόοδο της τεχνολογίας, το μαγκάλι εξαφανίστηκε.


Η σοβούσα οικονομική κρίση και η εξομοίωση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης με εκείνο της κίνησης, αφού η κυβέρνηση δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να πατάξει την λαθρεμπορία στα καύσιμα, ο κόσμος άρχισε να θυμάται το ταπεινό μαγκάλι. Τώρα όμως λείπει η τεχνογνωσία της ασφαλούς χρήσης του με αποτέλεσμα να θρηνούμε ήδη τα πρώτα θύματα από τις αναθυμιάσεις.          

439. Η ανεργία των νέων

Όταν πρωτοβγήκα στην αγορά εργασίας, στα μέσα της δεκαετίας του '70, όλοι οι φίλοι μου, νέοι επιστήμονες, ανεξάρτητα από ειδικότητα, έβρισκαν δουλειά μέσα σε έξι μήνες.
Σήμερα, βλέπω τους άνεργους νέους και ντρέπομαι να τους κοιτάξω στα μάτια. Αισθάνομαι ενοχές για την δική μας, τότε, καλή τύχη, αλλά και για τις πολιτικές (και όχι μόνο) επιλογές της γενιάς μου που συνετέλεσαν στο να φτάσουμε στην σημερινή κατάντια.
(Εικονίζεται το έργο μου "Μακρυγιάννης" από την συλλογή "Σινική σε βότσαλο")

410. Ένα αίνιγμα για τον Σέρλοκ Χολμς

Το μάτι μου έπεσε σε μια φωτογραφία Ελληνικού περιοδικού, του Αμερικανού οικονομολόγου Ντ. Κάμπελ, επισκέπτη στην χώρα μας. Στεκόταν στο κέντρο ενός εμπορικού δρόμου, κρίνοντας από την πληθώρα των μαγαζιών που τον περιέβαλαν. Ναι, αλλά σε ποια πόλη, ποιας χώρας; Όλες οι πινακίδες ήσαν γραμμένες αποκλειστικά στα Αγγλικά. Δεν έμοιαζε όμως ούτε με Λονδίνο, ούτε με Νέα Υόρκη, ή Μελβούρνη. Εξ άλλου, τους διαβάτες μάλλον για Ελληνόφατσες τους έκοβα. Μπερδεύτηκα. Κοίταζα και ξανακοίταζα την φωτογραφία μπας και βρω κάποιο στοιχείο που θα μου έλυνε το μυστήριο.

Ξαφνικά το βρήκα. Στο κέντρο της εικόνας, δίπλα από τον αριστερό αγκώνα του εικονοζόμενου, μόλις που διακρινόταν ένα πράσινο καροτσάκι πλανόδιου πωλητή. Με τον μεγεθυντικό φακό, σαν άλλος Σέρλοκ Χολμς διέκρινα πάνω του τη λέξη ΣΑΛΕΠΙ. Α, στην Ελλάδα είμαστε λοιπόν. Έδειξα την φωτογραφία στη γυναίκα μου. «Μα, αυτή είναι η Ερμού» με διαφώτισε. Μια Ερμού πνιγμένη από πινακίδες με γνωστές και άγνωστες (σε μένα) φίρμες ρούχων και καταναλωτικών προϊόντων. Ούτε ίχνος Ελληνικής επιγραφής.  Την υπόληψή της Ερμού έσωσε ο περαστικός…σαλεπιτζής.

Η εικόνα μού θύμισε την Ελλάδα. Η Ερμού με τα ακριβότερα νοίκια της Ευρώπης χέρι-χέρι με την Ελλάδα της χλιδής. Σε εφημερίδα της ίδιας μέρας κάτω από τον τίτλο «Πώς και γιατί εξαφανίσθηκαν οι φίρμες πολυτελείας από το κέντρο της Αθήνας» διάβασα «Ραγδαίες ανακατατάξεις έχει επιφέρει η κρίση στην αγορά των επωνύμων ειδών ένδυσης και υπόδησης, όπως αποκαλύπτει μία βόλτα στους δρόμους του Κολωνακίου, την έως πρότινος κεντρική αγορά για τα είδη πολυτελείας και όχι μόνο, στο κέντρο της Αθήνας».

Sic transit gloria mundi. 'Η, αλλιώς, "το διάλλειμα τέλειωσε, τα κεφάλια μέσα" που λέει το ανέκδοτο...

379. Η δόλια πατρίδα

      Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, οι πολιτικοί, (με ελάχιστες εξαιρέσεις) αφού ασέλγησαν επί δεκαετίες πάνω της, τώρα θυμήθηκαν την «πατρίδα». Όταν μιλούν, βάζουν αυτή τη λέξη παντού, σαν μαϊντανό, για να δηλώσουν την ανύπαρκτη φιλοπατρία τους. Οι πράξεις τους, καθημερινά, ξεσκεπάζουν την υποκρισία τους αφού το πρώτο, κύριο και αποκλειστικό τους μέλημα είναι η πολιτική τους επιβίωση,  γι’ αυτό και μεταπηδούν ε ευκολία σε άλλο κόμμα νομίσουν πως θα τους διασώσει. Αν οι ενέργειές τους αντιστρατεύονται στα συμφέροντα της «πατρίδας» για την οποία τάχα κόπτονται, τόσο το χειρότερο για την πατρίδα.
Αυτά για τους πολιτικούς, που ήσαν είναι και θα είναι αυτοί που είναι.
Αλήθεια όμως, ποια ήταν η σχέση ημών, των κοινών πολιτών, με την πατρίδα, παλιά και τώρα; Θυμάμαι, στην δεκαετία του ’50, το ραδιόφωνο μετέδιδε καθημερινά ένα ημίωρα πρόγραμμα με στρατιωτικά εμβατήρια. Τραγουδισμένα από αντρικές χορωδίες, που συνόδευαν πνευστά και κρουστά, εξυμνούσαν την χώρα μας με στίχους όπως:  «…η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…». Μια και η εποποιία του ’40, ήταν σχετικά πρόσφατη, τα ερτζιανά μετέφεραν συχνά την φωνή της Βέμπο σε τραγούδια όπως «…παιδιά, της Ελλάδος παιδιά». Στα σχολεία, στις εθνικές εορτές  της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, οι μαθητές απήγγειλαν ποιήματα με πατριωτικό περιεχόμενο που εξυμνούσαν τις ηρωικές πράξεις των προγόνων μας και την ιερότητα της σημαίας. Μερικοί θα θυμούνται ακόμη τα σχετικά σκετσάκια που έπαιζαν οι μαθητές και οι μαθήτριες με τις οδηγίες των δασκάλων. Θα θυμούνται ακόμη την κατάθεση στεφάνων στο ηρώο, τον ιερέα να κάνει μνημόσυνο στους πεσόντες και να ακολουθεί ενός λεπτού σιγή. Το άκουσμα του Εθνικού Ύμνου προξενούσε ρίγη συγκινήσεως σε μικρούς και μεγάλους, που στέκονταν προσοχή. Όλα αυτά σφυρηλατούσαν την εθνική συνείδηση στους πολίτες  που τους οδηγούσε στην αγάπη για την πατρίδα (χωρίς εισαγωγικά). Απότοκο αυτής της αγάπης, ανάμεσα στα άλλα,  ήταν και ο σεβασμός του δημόσιου χρήματος που θεωρείτο ιερό.
Μετά την 21η Απριλίου 1967 το σκηνικό άλλαξε. Τα στρατιωτικά εμβατήρια και οι πατριωτικές εκδηλώσεις, στη συνείδηση του κόσμου, ταυτίστηκαν με το καθεστώς.  Η μπάλα πήρε και την Ελληνική σημαία, που έγινε το μεγάλο, αθώο θύμα. Μετά την μεταπολίτευση, μεταξύ άλλων, καταργήθηκε η έπαρση της σημαίας στα σχολεία. Πολλά χρόνια μετά, φίλος μου λυκειάρχης τόλμησε να  την υψώσει αψηφώντας κάποιες διαμαρτυρίες.  Για εμβατήρια ούτε λόγος. Η λέξη πατρίδα εξορίστηκε από το καθημερινό λεξιλόγιο. Αν την εκστόμιζες σε θεωρούσαν ότι ανήκες σε ακραίες πολιτικές παρατάξεις.
Αποτέλεσμα; Αμβλύνθηκε η έννοια του πατριωτισμού. Βαθμηδόν, η πατρίδα παραμερίστηκε και την θέση της πήρε το «εγώ και η πάρτη μου». Το δημόσιο χρήμα όχι μόνον έπαψε να θεωρείται ιερό αλλά ήταν και μεγάλη «μαγκιά» να το κλέβεις. Ο κόσμος θαύμαζε κρυφά ή φανερά τα  πάσης φύσεως τρωκτικά του δημόσιου χρήματος και τους έκλεινε πονηρά το μάτι. Ήσαν μια απέραντη στρατιά από πολιτικούς, διαπλεκόμενους επιχειρηματίες και εκδότες, απατεώνες που έπαιρναν επίδομα τυφλότητας,  συγγενείς που συνέχιζαν να εισπράττουν τη σύνταξη των από χρόνια πεθαμένων δικών τους, μαγαζάτορες που δεν έκοβαν απόδειξη και έβαζαν τον ΦΠΑ στην τσέπη και πολλούς άλλους. Ο κόσμος τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι όλοι αυτοί που θαύμαζε στην πραγματικότητα έκλεβαν την δική του τσέπη. Το έμαθε ξαφνικά όταν το πάρτι τελείωσε και του ήλθε ο λογαριασμός με την μορφή απολύσεων, κλεισίματος μαγαζιών και επιχειρήσεων, άγριου τσεκουρώματος στους μισθούς και στις συντάξεις, στρατιές ανέργων, επιστροφή στη δραχμή, αβεβαιότητα για το μέλλον. 
Τώρα, θυμηθήκαμε ξανά την δόλια πατρίδα.

369. Μια ζωή στο φόβο

        Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα μέσα στον φόβο. Γεννήθηκα στο τέλος της δεκαετίας του ΄50. Ο πόλεμος και η Γερμανική κατοχή είχε τελειώσει πριν λίγα χρόνια και ο εμφύλιος μόλις έληξε. Μολονότι η γενιά μου δεν βίωσε αυτούς τους δύο πολέμους (δεν ξέρω ποιος ήταν ο πιο καταστροφικός), μεγάλωσε μέσα στον απόηχό τους που κυριαρχούσε για πολλά ακόμη χρόνια, ίσως μέχρι τώρα. (Ένας συμμαθητής, στο δημοτικό, μου έδειξε μαυρόασπρες φωτογραφίες νεκρών που μεταφέρονταν με καρότσια στο νεκροταφείο. Τις είχε τραβήξει ο πατέρας του, γιατρός, στην κατοχή. Η δασκάλα μάς ζήτησε να δηλώσουμε ποια παιδιά θέλανε, αν  γινόταν πόλεμος, να μας πάνε σε ένα μέρος όπου «ούτε τα κανόνια δεν θα ακούγονταν». Κάποιος φωστήρας στο Υπουργείο Παιδείας είχε αυτή την φαεινή ιδέα, αλλά έκτοτε δεν ξαναμίλησε ποτέ κανείς γι’ αυτό).
Το κλίμα φόβου τότε επικρατούσε παντού. Κατ’ αρχήν, ο φόβος της εξουσίας, κυρίως μέσω του χωροφύλακα. (Στο λεωφορείο, ο φίλος μου  ψιθύρισε: «Αυτός εκεί είναι μπάτσος».  Στην στάση που κατεβήκαμε,  μας ακολούθησε ο τύπος και άστραψε, δημοσίως δυο σφαλιάρες στα παιδικά μάγουλα του φίλου μου λέγοντας «να, για να μάθεις να λες “μπάτσος”». Σαββατόβραδο, ενώ ετοιμαζόμασταν για ύπνο, η εξώπορτα σείστηκε από δυνατά χτυπήματα. Ανοίξαμε έντρομοι κι ένας αστυφύλακας μάς είπε αυστηρά ότι, επειδή το σπίτι μας ήταν γωνιακό, έπρεπε να έχουμε όλη την νύχτα αναμμένο το εξωτερικό φως της εξώπορτας! Ευρηματικός τρόπος δημοτικού φωτισμού). Στις δημόσιες υπηρεσίες, ο πολίτης βρισκόταν στο έλεος του υπάλληλου. Στην αίτηση που  συμπλήρωνε όφειλε να δηλώσει δουλικά την υπέρτατη υποτέλειά του, υπογράφοντας «Ευπειθέστατος ο Αιτών», (το ευπειθής δεν αρκούσε, έπεφτε λίγο…). Αυτό που για τον ξένο ήταν «εθνικότητα» (nationality), και «πολίτης» (citizen) για τον Έλληνα ήταν «υπηκοότητα», και «υπήκοος» προκειμένου να δηλώσει, και πάλι ταπεινά, υπακοή στο κράτος.    
Η σωματική τιμωρία στο σχολείο, με τον χάρακα του δασκάλου και τα χαστούκια των καθηγητών, ήταν σε ημερησία διάταξη. (Σε συνεστίαση παλιών συμμαθητών, πλησίασα την φιλόλογο της πρώτης γυμνασίου. «Στην δωδεκαετία των μαθητικών μου χρόνων έφαγα μόνο ένα χαστούκι. Φαντάζεστε ποιος μου το έχει δώσει;» την ρώτησα. Κατάλαβε. Σάστισε. Ψέλλισε κάποιες δικαιολογίες για τις συνθήκες εκείνης της εποχής. Η μικρή μου εκδίκηση ύστερα από σαράντα χρόνια). Ο εξευτελισμός στη εφηβεία συμπληρωνόταν με το υποχρεωτικό, στρατιωτικό κούρεμα, χωρίς ίχνος χωρίστρας. Ο τακτικός έλεγχος του γυμνασιάρχη-μπαμπούλα σε έστελνε στον κουρέα. Στις αίθουσες διδασκαλίας, ο καθημερινός φόβος να «σηκωθείς για μάθημα», τα ξαφνικά, πρόχειρα διαγωνίσματα, οι εξετάσεις του πρώτου εξαμήνου (μέσα στις αποκριές) και του δευτέρου εξαμήνου, (τον Ιούνιο), σε όλα τα μαθήματα, σε ολόκληρη την διδαχθείσα ύλη. Αγωνία για τα αποτελέσματα.   
Το ανώμαλο πολιτικό κλίμα στη δεκαετία του εξήντα συντηρούσε ένα γενικότερο φόβο. Κυπριακό, ανένδοτος, αποστασία, δολοφονία Λαμπράκη, απειλή Κρούτσεφ περί βομβαρδισμού της Ακρόπολης, διαφυγή Καραμανλή. Η χούντα ήλθε, σαν επιστέγασμα, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Στη διεθνή κονίστρα, ο μόνιμος και πανταχού παρών φόβος για πυρηνικό όλεθρο, μια και ζούσαμε στην  «ισορροπία του τρόμου» ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις, η αγωνία κορυφώθηκε με την κρίση των πυραύλων της Κούβας, το 1962. 
Στο γυμνάσιο και λύκειο στην πιο τρυφερή ηλικία, αγόρια και κορίτσια χώρια. (Τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών, όντας μεικτά, επιτέλεσαν μεγάλο κοινωνικό έργο). Επικοινωνία ανάμεσα στα δύο φύλλα υπό το κράτος του φόβου: φόβος να μην τους δει κανένα μάτι, φόβος για τα αφροδίσια, φόβος για την διατήρηση της παρθενίας, φόβος να μην το μάθει ο αδελφός. (Φίλος μού εξομολογήθηκε πρόσφατα ότι είχε σπάσει στο ξύλο την αδελφή του, μόνο και μόνο επειδή τηνέίδε να μιλάει με νεαρό στη γωνιά του δρόμου. «Τέτοιος βλάκας ήμουν τότε», συμπλήρωσε). 
Φοιτητικά χρόνια μέσα στο φόβο της χούντας. Το πανεπιστήμιο αποστειρωμένο σαν θάλαμος χειρουργείου. Με καρδιοχτύπι ακούγαμε κρυφά Θεοδωράκη. («Νομίζω πως με παρακολουθούν. Λες να με άκουσε κανείς το βράδυ που ακούω Ντόιτσε Βέλλε;» με είχε ρωτήσει  ο φίλος μου, ο Νίκος»). Δολοφονία των Κένεντι και του Λούθερ Κινγκ.
Δύο χρόνια στρατιωτικής θητείας, μεσούσης τους χούντας. (Μέχρι σήμερα, ο μόνιμος εφιάλτης που επανέρχεται κάθε τόσο στα όνειρά μου είναι ότι υπηρετώ, για πολλοστή φορά, την θητεία μου).  
Πολυτεχνείο, χούντα Ιωαννίδη, Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, επιστράτευση, πρόθυρα πολέμου με Τουρκία. Η επάνοδος Καραμανλή άργησε να εξοβελίσει τον φόβο για νέα χούντα, αφού παρέμεναν τα «σταγονίδια».
Στα χρόνια που ακολούθησαν σταθεροποιήθηκε η δημοκρατία στην Ελλάδα, ελέω ΕΟΚ, και κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση. Έτσι εξέλιπαν δύο φόβοι: η τοπική πολιτική αβεβαιότητα και ο πυρηνικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Τους αντικατέστησαν επαξίως νέοι:Επιδημίες (Aids, νόσος των πτηνών, των χοίρων, τρελές αγελάδες, γρίπη Η1Μ1), μόλυνση περιβάλλοντος (αλλαγή κλίματος, τρύπα όζοντος, απειλούμενη έλλειψη νερού), μεταλλαγμένα, τοπικές πολεμικές συρράξεις (Ιράκ, Σερβία, Λιβύη, Συρία, Ίμια, σεισμοί, πυρκαγιές, φόβος τσουνάμι στο Αιγαίο, τρομοκρατικές ενέργειες.  Η θρησκεία απαλύνει τον φόβο του θανάτου αλλά προσθέτει άλλους. (Τον θρησκευόμενο τον λέμε «θεοφοβούμενο»).
Ευτυχώς, δεν κατατρύχομαι από πρόσθετους προσωπικούς φόβους, (υψοφοβία, αγοραφοβία, αραχνοφοβία, κλειστοφοβία, αεροπλανοφοβία, κλπ).  
Το αίσθημα ελευθερίας μετά την μεταπολίτευση το πληρώσαμε με την μετεξέλιξη της Ελλάδας σε κράτος ρεμούλας, ασυδοσίας και εικονικής ευημερίας με δανεικά. Τώρα που το μπαλόνι έσκασε, τα ξεπληρώνουμε αναδρομικά, συσωρευτικά, σε σύντομο χρόνο και με βαριά ύφεση, ανεργία, απολύσεις. Έτσι γεννήθηκε ο τελευταίος (και χειρότερος) φόβος, που θα κρατήσει για  χρόνια: ο φόβος για πτώχευση, την τύχη των αποταμιεύσεων, των συντάξεων, της εργασίας, για έξοδο από την ΕΕ, γαι επιστροφή στη δραχμή, για το μέλλον των παιδιών μας, του δικού μας και της Ελλάδας.     
Άγνωστος γράφει με σπρέι στους τοίχους της Αθήνας: «ΥΠΟΦΕΡΩ…». Εγώ θα έγραφα «ΦΟΒΑΜΑΙ…».
 Το ανθρώπινο είδος, από το λυκαυγές του, πορεύεται μέσα στον φόβο (για φυσικά φαινόμενα που θεοποιούσε και εξευμένιζε με ανθρωποθυσίες,  για ανθρωποφάγα ζώα, για θεομηνίες, λιμούς, λοιμούς, πολέμους, δικτατορίες, κλπ). Είναι καταπληκτικό ότι μεγαλουργεί παρά τους φόβους αυτούς.
Για χρόνια προσπαθούσα να καταλάβω το νόημα του Καζαντζάκειου  «Δεν ελπίζω τίποτα δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος». Τώρα ξέρω.

353. Σαράντα ραβδισμοί

          Η συνάδελφος που επέστρεψε από επαγγελματικό ταξίδι στην Σιγκαπούρη ήταν εντυπωσιασμένη από δύο πράγματα που είδε εκεί: την εφαρμογή των νόμων και την χαρούμενη όψη των κατοίκων. To δεύτερο ίσως είναι αποτέλεσμα του πρώτου.
Θυμάμαι, πριν κάμποσα χρόνια, ένας νεαρός Αμερικανός συνελήφθη στην Σιγκαπούρη επειδή χάραξε με κλειδί ένα αυτοκίνητο. Η ποινή που προέβλεπε ο νόμος ήταν 40 ραβδισμοί στην πλάτη. Ήταν όμως δυνατόν ένας Αμερικανός πολίτης να υποστεί τέτοιο εξευτελισμό; Μάταια οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν λυτούς και δεμένους για να πείσουν τις αρχές να αλλάξουν την ποινή. Μέχρι και ο τότε πρόεδρος, ο Κλίντον, είχε επέμβει. Τελικά, η μόνη τους υποχώρηση ήταν τα χτυπήματα να είναι μαλακά. Ο νεαρός μετά την εκτέλεση της ποινής πήγε σπίτι αντί στο νοσοκομείο όπου θα κατέληγε διαφορετικά. 
Σχετικό περιστατικό μου διηγήθηκε Έλληνας επιχειρηματίας. Περιμένοντας στο αεροδρόμιο της Σιγκαπούρης να αναχωρήσει, άναψε πούρο. Ο φύλακας τον πλησίασε και του έδειξε την απαγορευτική πινακίδα. Εκείνος ζήτησε συγγνώμη, έριξε το πούρο στο πάτωμα και το έσβησε πατώντας το. Ο φύλακας του ζήτησε πρόστιμο διακόσια δολάρια για το παράνομο κάπνισμα και  τριακόσια για την ρύπανση. «Μα, δεν έχω μαζί μου πεντακόσια δολάρια» διαμαρτυρήθηκε ο επιχειρηματίας. «Κανένα πρόβλημα» συνέχισε απτόητος εκείνος. «Σε πόσην ώρα φεύγει το αεροπλάνο σας;». «Σε μία ώρα». Ο φύλακας του ζήτησε να τον ακολουθήσει στην αποθήκη, του έδωσε φαράσι, σκούπα και την ειδική ρόμπα των καθαριστών. Ο επιχειρηματίας την φόρεσε αδιαμαρτύρητα. Μάλιστα, επειδή είναι μεγαλόσωμος και δεν τον χωρούσε, πέρασε το χέρι του στο ένα μόνο μανίκι.  Επί μία ώρα σκούπιζε τους χώρους του αεροδρομίου. «Μα, γιατί δέχτηκες;», τον ρώτησα. «Επειδή δεν είχα άλλη επιλογή» απάντησε αφοπλιστικά.   
Η Σιγκαπούρη ευημερεί οικονομικά επειδή προσελκύει επενδύσεις. Το επιτυγχάνει επειδή κάνει ακριβώς το αντίθετο από εμάς. Εφαρμόζει τους νόμους της, χωρίς εξαίρεση, έχει σταθερό φορολογικό καθεστώς και περιορισμένη γραφειοκρατία και διαφθορά.
Ο νόμος δεν εφαρμόζεται μόνο στη Σιγκαπούρη. Πρόσφατα, ο πρόεδρος της Γερμανίας αναγκάστηκε σε παραίτηση επειδή, πριν από χρόνια, πήρε στεγαστικό δάνειο με ευνοϊκούς όρους βάζοντας μέσο. Στο παρελθόν, Αυστραλός υπουργός εκδιώχθηκε επειδή δέχθηκε ως δώρο από Κουβανό αξιωματούχο ένα κουτί πούρα Αβάνας με αξίας άνω του ορίου των πεντακοσίων δολαρίων Αυστραλίας που προβλέπει ο νόμος. «Μα, στην Κούβα, αυτό το κουτί πουλιέται διακόσια δολάρια», ισχυρίστηκε εκείνος. «Ναι, αλλά στην Αυστραλία, μετά τους φόρους, πουλιέται εξακόσια»  αντέτειναν οι άλλοι.
Όταν ο Έλληνας βρεθεί στο εξωτερικό, αλλάζει άρδην συμπεριφορά. Ξέρει ότι εκεί δεν σηκώνει να κάνει τον καμπόσο και μεταμορφώνεται σε υπάκουο πολίτη. Θρασυδειλία; Ίσως.
Ας ελπίσουμε ότι ανάμεσα στα πολλά που θα αλλάξουν αναγκαστικά εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε θα είναι και η συμπεριφορά μας απέναντι στο νόμο. Άλλωστε, αν θέλουμε να επιβιώσουμε, δεν έχουμε άλλη επιλογή.    

340. "Άντε ρε, λούστρο!"

Πάμε πίσω στις δεκαετίες ’50 και ’60. Τα αντρικά παπούτσια, ήσαν συνήθως ταλαιπωρημένα και  σκονισμένα από τους χωματόδρομους, αφού οι ασφαλτόδρομοι σπάνιζαν.

Ο μόνος τρόπος ευπρεπισμού τους  ήταν να τα βάψεις με την αλοιφή «Κάμελ», που βρίσκεις και σήμερα. Διαφορετικά κατέφευγες στους υπαίθριους στιλβωτές, τους λούστρους. Κρεμασμένο στον ώμο με λουρί είχαν το κινητό μαγαζί τους, δηλαδή το σκαμνί και το ξύλινο κασελάκι με τα σύνεργά τους. Άλλο μικρό και απέριττο κι άλλο  μεγάλο, πολυτελείας, με  μπρούτζινες διακοσμήσεις.

Ψάρευαν πελατεία τριγυρνώντας στα καφενεία. Ο πελάτης έπινε τον καφέ, κάπνιζε το τσιγάρο ή διάβαζε την εφημερίδα κι ο λούστρος σκυμμένος γυάλιζε τα παπούτσια του.

Όμως οι λούστροι έκαναν πιάτσα και σε πολυσύχναστα μέρη. Έξω από κινηματογράφους, σε πλατείες ή σε κεντρικούς δρόμους, κατά μόνας ή  παραταγμένοι σε σειρά.

Ο πελάτης ακουμπούσε το πόδι στο κασελάκι, στην υπερυψωμένη υποδοχή και ο λούστρος αναλάμβανε τα υπόλοιπα: δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και  έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με  ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν.

Μερικοί λούστροι έκαναν επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους προσφέροντας δωρεάν θέαμα στο κοινό, πετώντας τις βούρτσες στριφογυριστά στο αέρα, σαν ζογκλέρ, ή  χτυπώντας τες ρυθμικά στο κασελάκι.

Το επάγγελμα ασκούσαν όλες οι ηλικίες. Από πιτσιρικάδες, τα «λουστράκια», όπως τα έλεγαν, μέχρι σεβάσμιοι γέροι. Οι βιοποριστικές ανάγκες της εποχής δεν έκαναν διακρίσεις.

Λουστράκια εμφανίζονταν συχνά στις Ελληνικές ταινίες, με αποκορύφωμα «Το λουστράκι», το 1962. Ένα χρόνο αργότερα, ο Ελία Καζάν τα εμφανίζει στην ταινία του «Αμέρικα, Αμέρικα» ενώ ο Χατζιδάκις που έγραψε τη μουσική, τους αφιερώνει ξεχωριστό κομμάτι με τίτλο «Τα λουστράκια», σε στίχους Γκάτσου. 

Παρά την κινηματογραφική δημοφιλία τους όμως οι λούστροι δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης στην κοινωνία. Συνηθισμένη η βρισιά «άντε ρε, λούστρο!» ενώ οι γονείς συμβούλευαν τα παιδιά τους να ασχοληθούν με τα γράμματα ή την τέχνη «για να μην καταντήσεις  λούστρος». 

Η εικόνα στα στεγασμένα στιλβωτήρια ήταν διαφορετική. Υπερυψωμένες πολυθρόνες στη σειρά, σαν θρόνοι, υποδέχονταν τους πελάτες, δίνοντάς τους μια  ψευδαίσθηση αρχοντιάς. Οι στιλβωτές δούλευαν όρθιοι ή καθισμένοι σε καρέκλα αντί το χαμηλό σκαμνί των υπαίθριων συναδέλφων τους.

Τα διάφορα αυτογυαλιστικά  φιαλίδια και σφουγγαράκια,  που άρχισαν να εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σε συνδυασμό με την ασφαλτόστρωση όλων των δρόμων και την οικονομική ανάκαμψη που ακολούθησε, εξαφάνισε το επάγγελμα του λούστρου.

Σήμερα κασελάκια βρίσκεις μόνο στα παλιατζίδικα, στο Μοναστηράκι,  και βεβαίως στις παλιές Ελληνικές ταινίες. Εύχομαι κι ελπίζω η σοβούσα οικονομική κρίση να μην αναγκάσει τον κόσμο να τα ανασύρει από την αφάνεια και τα ενεργοποιήσει πάλι…

337. Η παγίδα του «να περνάμε καλά»

         Στα χρόνια  του ξεσαλώματος που έφερε η  ψεύτικη ευημερία με δανεικά,  η συνηθισμένη ευχή-σύνθημα που εφευρέθηκε και επικράτησε ήταν «να περνάμε καλά». Προσέξτε, μην την συγχέουμε με την ευχή «να είσαι καλά», την συνήθη απάντηση στο «ευχαριστώ»,  που σημαίνει «να είσαι καλά στην υγεία σου». Αντίθετα, το «να περνάμε καλά» έχει έντονο μέσα του το στοιχείο της ευδαιμονίας, της καλοπέρασης με υλικά αγαθά. 
Δεν έχω τίποτε με το «να περνάμε καλά». Κανείς φυσικά δεν θέλει να  περνά άσχημα. Εξαρτάται όμως τι εννοούμε με το «καλά». Κανονικά η λέξη αυτή περιέχει την έλλειψη πενίας, την καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματος, την αγάπη και την κοινωνική αλληλεγγύη, την αρμονία και την ψυχική ισορροπία. Όμως, η αφθονία του χρήματος, άσπρου και μαύρου,  που κυκλοφορούσε διέβρωσε τα πάντα, ακόμη και την έννοια του  «να περνάμε καλά». Αφαίρεσε όλα τα πνευματικά στοιχεία του και περιορίστηκε σε ένα:  την υλική ηδονή, την κραιπάλη.
Τα πράγματα τώρα άλλαξαν. Η ώρα σήμανε δώδεκα και η Σταχτοπούτα έχασε τα πολυτελή ρούχα της, η χρυσή άμαξα εξαφανίστηκε ως διά μαγείας και εκείνη ξαναντύθηκε στα κουρέλια.
Τώρα είναι η ευκαιρία να ξαναδώσουμε στο «να περνάμε καλά» το σωστό του νόημα. Να κοιτάξουμε μέσα μας, να επανασυνδεθούμε με τους φίλους και την κοινωνία, να ξαναβρούμε το «εμείς» αφού ο νεοπλουτισμός μάς έχτισε μέσα στο «εγώ». Μπορούμε «να περνάμε καλά» με πενιχρά μέσα. «Φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας». Τελικά, αυτοί οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τα είχαν πει όλα!  

336. Το σουτάρισμα της συζύγου

         Το ξεσάλωμα των τελευταίων δεκαετιών, με δανεικά, πέραν των γνωστών αποτελεσμάτων, ανεργία, μειώσεις μισθών και συντάξεων κλπ, είχε και κάποιες άλλες «παράπλευρες απώλειες», για να χρησιμοποιήσω την κυνική στρατιωτική ορολογία, που αναφέρεται στους θανάτους αμάχων. Πολλά τα κρούσματα αλλά δύσκολα διακρίνονται. Θύτες οι άνδρες, θύματα οι γυναίκες, μολονότι έχω υπόψη μου περιπτώσεις όπου συνέβη το αντίθετο. Εξηγούμαι:
Εδώ και κάποια χρόνια έχω διαπιστώσει ένα φαινόμενο στον επαγγελματικό μου χώρο, τον τραπεζικό. Ενώ κάποιοι συνάδελφοι ξεκίνησαν από απλοί υπάλληλοι, όταν κατέλαβαν διευθυντικές θέσεις κι  έπιασαν λεφτά, εκεί στην ηλικία γύρω στα πενήντα, χώρισαν τις γυναίκες, παράτησαν τα παιδιά τους και παντρεύτηκαν κατά πολύ νεότερες υφιστάμενές τους.
Το ίδιο παρατήρησα σε άλλα τα επαγγέλματα: δικηγόροι, γιατροί, επιχειρηματίες, κλπ. Όλοι τους είχαν ένα κοινό παρονομαστή: ξεκίνησαν φτωχοί κι έγιναν πλούσιοι. Σε αυτό το κλίμα, μετά το εξοχικό, την τζιπούρα, τα πούρα, το σκάφος και το πρωτοκλασάτα ρεστοράν, ήλθε η σειρά της συζύγου. Μέσα στη μέθη που προκαλεί η γρήγορη άνοδος σε συνδυασμό με τον φόβο των επερχομένων γηρατειών, την κολακεία της νεαρής συντρόφου, (που ο αφελής νομίζει πως θαυμάζει την λεβεντιά και όχι το πορτοφόλι του) και την επικρατούσα άποψη «να περνάμε καλά», δεν διστάζει να σουτάρει την γυναίκα που του παραστάθηκε στα δύσκολα χρόνια, να παρατήσει τα παιδιά του και να στήσει μια νέα οικογένεια.
Η φιλαυτία, ο εγωκεντρισμός, ο ναρκισσισμός και ο φιλοτομαρισμός σε όλο του το μεγαλείο.  
Ελπίζω ότι το τέλος εποχής που σήμανε η έλευση της οικονομικής κρίσης θα περιορίσει αυτό το απαράδεκτο κοινωνικό φαινόμενο. Πώς το είχανε πει οι αρχαίοι ημών πρόγονοι; «Ουδέν κακόν αμιγές καλού».

333. Βάλσαμο για την οικονομική κρίση

Στη οικονομική κρίση που βιώνουμε, έψαξα να βρω κάπου για να κρατηθώ, να αισιοδοξήσω. Το βρήκα.  Ανεξάρτητα από το αν πιστεύει κανείς ότι τα κείμενα της Αγίας Γραφής είναι θεόπνευστα, υπάρχουν κάποια κεφάλαια που είναι υπέροχα. Είτε είναι καθαρή ποίηση όπως το «Άσμα Ασμάτων» είτε βαθειά φιλοσοφημένα, πραγματικά διαμάντια. Ένα από αυτά είναι το κεφάλαιο Γ΄ του Εκκλησιαστή:
«Χρόνος είναι εις πάντα, και καιρός παντί πράγματι υπό τον ουρανόν.   
Καιρός του γεννάσθαι και καιρός του αποθνήσκειν,
καιρός του φυτεύειν και καιρός του εκριζώνειν το πεφυτευμένον,
καιρός του αποκτείνειν και καιρός του ιατρεύειν,
καιρός του καταστρέφειν και καιρός του οικοδομείν,
καιρός του κλαίειν και καιρός του γελάν,
καιρός του πενθείν και καιρός του χορεύειν,
καιρός του διασκορπίζειν λίθους και καιρός του συνάγειν λίθους,
καιρός του εναγκαλίζεσθαι και καιρός του απομακρύνεσθαι του εναγκαλισμού,
καιρός του αποκτήσαι και καιρός του απολέσαι,
καιρός του φυλάττειν και καιρός του ρίπτειν,
καιρός του σχίζειν και καιρός του ράπτειν,
καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν,
καιρός του αγαπήσαι και καιρός του μισήσαι,
καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης». 
Όταν διάβασα για πρώτη φορά το κείμενο, αυτές οι   επαναλαμβανόμενες, απλές φράσεις μου φάνηκαν αφελείς. Ούτε τα νοήματα με εντυπωσίασαν γιατί τα βρήκα αυτονόητα. Όταν όμως το διάβασα πάλι μού αποκαλύφθηκε η σοφία του. Φαίνεται πως η σοφία δεν κρύβεται πίσω από πολύπλοκα νοήματα και δυσκολονόητες φράσεις αλλά  σε απλές, καθημερινές λέξεις. Τόσο καθημερινές, που φθαρμένες από την πολλή χρήση, έχουν χάσει την αρχική τους δύναμη.
Έβαλα τον εαυτό μου στην θέση του ανθρώπου που έχασε κάτι σημαντικό. Ένα προσφιλές πρόσωπο, την υγεία του ή κάποια σημαντικό  περιουσιακό στοιχείο. Τότε αισθάνθηκα ότι αυτή ακριβώς η απλότητα και επανάληψη επιδρούσε κατευναστικά, καταπραϋντικά, σαν βάλσαμο πάνω σε χαίνουσα πληγή. Σαν νανούρισμα σε πονεμένο.
Το νόημα, που αναφέρεται στην κυκλικότητα των πραγμάτων, προσφέρει παρηγοριά, παραμυθία και διδάσκει καρτερία.
Διαβάζοντας το κείμενο ακόμη πιο προσεκτικά, παρατήρησα ότι, σε κάθε στίχο, η σειρά της θετικής και της αρνητικής έννοιας εναλλάσσονται. Αν πάρουμε για παράδειγμα τους δύο τελευταίους στίχους, βλέπουμε τα εξής:
«καιρός του αγαπήσαι (θετική) και καιρός του μισήσαι (αρνητική»
«καιρός του πολέμου (αρνητική) και καιρός ειρήνης (θετική)»
Στο σύνολο των 14 στίχων οι θετικές έννοιες προτάσσονται στους έξι στίχους και οι αρνητικές προτάσσονται στους οκτώ. Πιστεύω ότι αυτή η εναλλαγή δεν είναι συμπτωματική αλλά εσκεμμένη. Όχι για να προσδώσει συγγραφικό ύφος στο κείμενο αλλά για να δηλώσει την πραγματικότητα. Να θυμίσει δηλαδή ότι στην ζωή η σειρά άφιξης των ευχάριστων και των δυσάρεστων γεγονότων εναλλάσσεται χωρίς να ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοντέλο. Αλλά και να διδάξει τον αναγνώστη πως «όταν συναντήσεις την  συμφορά, μην απελπιστείς. Θα έλθει κάποτε ο καιρός που η κατάσταση θα αντιστραφεί». Αλλά και πως «αν σου συμβεί ένα πολύ ευχάριστο γεγονός να είσαι έγκαιρα προετοιμασμένος για την απώλειά του, που κάποτε θα έλθει, αφού τίποτε δεν κρατάει για πάντα…».
Ας έλθουμε τώρα στην οικονομική κρίση για την οποία είπαμε στη αρχή. Τα τελευταία χρόνια όλοι μας απολαμβάναμε την ψεύτικη, όπως αποδείχτηκε, ευημερία που μας παρείχαν τα δανεικά. Ζούσαμε μια πολυτέλεια που δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητές μας. Κάποιοι από εμάς αναρωτιόμασταν, από καιρό, από πού προέρχεται όλος αυτός ο πλούτος αφού η Ελλάδα σχεδόν τίποτε πλέον δεν παρήγαγε.
Τελικά, η φούσκα έσκασε. Τις συνέπειες τις πληρώνουμε όλοι και πρωτίστως οι άνεργοι. Αφού περάσαμε την περίοδο «του γελάν» μπήκαμε στην εποχή «του κλαίειν». Από το «αποκτήσαι» στο «απολέσαι».
Όμως, θα έλθει και πάλι ο καιρός που από το «πενθείν» θα πάμε στο «χορεύειν». Από το «καταστρέφειν» στο «οικοδομείν».  Πόσο χρόνος θα περάσει μέχρι τότε, κανείς δεν γνωρίζει. Όμως θα έλθει. Είναι το μόνο βέβαιο. Το λέει και ο Εκκλησιαστής.

313. Η γλύκα του ψητού

Στην δεκαετία του ’50, στα δημοτικά σχολεία, οι δάσκαλοι διένειμαν στους μαθητές κίτρινο βούτυρο και τυρί. Τα έστελνε αμερικανική οργάνωση για τα υποσιτιζόμενα Ελληνόπουλα, ύστερα από ένα παγκόσμιο πόλεμο και ένα χειρότερο εμφύλιο. Η παιδική αδενοπάθεια, άγνωστη σήμερα, τότε ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Σήμερα, ο πόλεμος στην Ελλάδα είναι μια μακρινή ανάμνηση. Αμερικανική βοήθεια δεν υπάρχει. Ούτε κονσέρβες με βούτυρο και τυρί. Υπάρχουν όμως υποσιτιζόμενα Ελληνόπουλα, που λιποθυμούν στο σχολείο από την πείνα. Το υπουργείο, λέει, οργανώνει στα σχολεία υποβαθμισμένων περιοχών της Αθήνας διανομή «μικρογευμάτων», δηλαδή ένα ποτήρι γάλα ή ένα σάντουιτς.

Η οικονομική κρίση που βιώνουμε γενικεύεται. Μακραίνουν οι ουρές στα συσσίτια που οργανώνουν διάφοροι φορείς: εκκλησία, δήμοι, φιλανθρωπικές οργανώσεις,  ομάδες  ιδιωτών. Είναι η αυτοάμυνα της κοινωνίας για να προστατευτεί και να αντιμετωπίσει ένα αναπάντεχο εισβολέα που χτυπά παντού και δημιουργεί νέα θύματα-ανέργους.

Φοβάμαι ότι η οικονομική ανάκαμψη θα αργήσει. Το κράτος όχι μόνο δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες κοινωνικής πρόνοιας, που αυξάνουν οσημέραι, αλλά θα αναγκαστεί να τις περικόψει. Μόνη διέξοδος η κοινωνική αλληλεγγύη. Δηλαδή, εσείς κι εγώ, όλοι μας, όσο μπορούμε, να συνδράμουμε τους άγνωστους συνανθρώπους μας. Είτε ατομικά είτε μέσω  ενός από τους φορείς που αναφέραμε πιο πάνω. Εύκολα τους βρίσκεις κανείς, αν ψάξει. Μπορεί ακόμη κάποιος να δημιουργήσει και να οργανώσει τον δικό του πυρήνα έμπρακτης βοήθειας. Για παράδειγμα, διάβασα στον τύπο ότι κάποιοι δάσκαλοι του 5ου και του 22ου δημοτικού σχολείου Κερατσινίου, σε συνεργασία με δασκάλους σχολείων του Περάματος, φροντίζουν μαθητές που έχουν ανάγκη. «Παίρνω σημειώματα από γονείς που μου γράφουν “δώστε κάτι στο παιδί μου να φάει, δεν έχω να το ταΐσω”»,  διηγείται ένας από αυτούς.

Τις ημέρες των Χριστουγέννων συνηθίζεται να μαλακώνουν οι καρδιές και να ανοίγουμε το πορτοφόλι μας. Είμαι βέβαιος ότι πολλοί από εμάς θα το κάνουν. Όμως, το πρόβλημα δεν είναι στιγμιαίο αλλά διαρκές. Θα συνεχίσει αμείωτο και τον Γενάρη και τον Φλεβάρη και όλους τους μήνες του χρόνου, αφού η ανάγκη για τροφή είναι καθημερινή. Όσοι μπορούμε έχουμε ηθική υποχρέωση να συνδράμουμε.  Και θα ανταμειφτούμε γι’ αυτό. Όχι σε μιαν άλλη ζωή αλλά εδώ και τώρα. Αμοιβή μας είναι η  ικανοποίηση που θα μας δώσει ο ίδιος ο εαυτός μας. Μια δοκιμή, έστω μικρή, θα  πείσει για την αλήθεια του ισχυρισμού μου.

Συχνά καταφεύγουμε στην ψεύτικη δικαιολογία «δεν βαριέσαι, αν δεν βοηθήσω εγώ θα βοηθήσουν οι άλλοι». Μα, για τον καθένα από εμάς, οι άλλοι είμαστε εμείς. Δεν υπάρχουν άλλοι «άλλοι».

Μια κοινωνία διαλύεται όταν καταρρεύσει ο ιστός της. Στην εποχή μας, όπου όλα τα προπύργια γύρω μας ένα προς ένα γκρεμίζονται με πάταγο και οι αξίες έχουν διαβρωθεί,  η αλληλεγγύη θα δημιουργήσει ένα νέο, αρραγή κοινωνικό ιστό, που θα περάσει την πατρίδα μέσα από την έρημο που διανύει τώρα. Εμείς, οι Έλληνες, στα δύσκολα (προ παντός στα δύσκολα) μεγαλουργούμε.

Φίλες και φίλοι αναγνώστες, λυπάμαι αν το σημείωμα αυτό, γιορτάδες μέρες, σας «έκοψε την γλύκα του ψητού» που λέει κι ο γραφικός ενωμοτάρχης στην κινηματογραφική «Μανταλένα». Όμως, οι πεινασμένοι δεν μπορούν να περιμένουν.  Είναι εκεί και μας προσμένουν.