Φίλε επισκέπτη,

Καλωσόρισες στο ιστολόγιό μου .

Είμαι ο Άρης Γαβριηλίδης γεννημένος το 1948 στον Πειραιά. Σπούδασα οικονομικά στην Νομική Αθηνών και σταδιοδρόμησα ως διευθυντικό στέλεχος σε ναυτιλιακές τράπεζες και επιχειρήσεις. Τώρα ασχολούμαι αποκλειστικά με τις δύο παλιές μου αγάπες: τη συγγραφή βιβλίων και την μικρογλυπτική (readymade, assemblance art)

Εδώ καταγράφω όσες από τις σκέψεις μου θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευτούν. Εκθέτω επίσης φωτογραφίες από τα τεχνουργήματά μου, παρμένες από την "γκαλερί" της προσωπικής μου ιστοσελίδας: http://www.arisgavriilidis.gr/

Διευκρίνιση: ο τίτλος του blog, Aris-tourgimata, δεν οφείλεται σε οίηση αλλά σε λογοπαίγνιο: συνδυάζει το όνομά μου (Άρης) με τα δημι-ουργήματά μου (σκέψεις και τεχνουργήματα).

Φίλε επισκέπτη, ελπίζω να βρεις το ιστολόγιό μου ενδιαφέρον. Το σχόλιά σου ευπρόσδεκτα.

Σε περιμένω και:

Στην ιστοσελίδα μου: http://arisgavriilidis.gr/
στο Facebook: Aris Gavriilidis
στο Twitter: @agavriel1

EMAIL

350. Ησυχία, οι Ισπανοί κοιμούνται…

Γράφει ο τύπος:

"Συγγνώμη από τους Ισπανούς ζήτησε ο βασιλιάς Χουάν Κάρλος, ο οποίος εν μέσω κρίσης, πήγε διακοπές στην Μπουτσουάνα, όπου επιδόθηκε σε σαφάρι ελεφάντων.
Στην Μποτσουάνα, ο μονάρχης δεν ήταν μόνος του. Φέρεται ότι συνοδευόταν από την Κορίνα τσου Ζάιν-Βιτγκεστάιν, 46 ετών, «στενή του φίλη», η οποία υποτίθεται ότι οργάνωσε το σαφάρι. Η πριγκίπισσα Κορίνα δεν είναι η μοναδική «στενή φίλη» του Χουάν Κάρλος. Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο Πιλάρ Εϊρε, «η βασίλισσα Σοφία είναι η πιο μόνη γυναίκα στην Ισπανία, καθώς η συζυγική της ζωή έχει εξελιχθεί σε τραγωδία». Στο βιβλίο της που κυκλοφόρησε προ δύο μηνών, με τίτλο «Η μοναξιά της Βασίλισσας: Σοφία, μια ζωή», η δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι ο βασιλιάς της Ισπανίας έχει αδυναμία στο γυναικείο φύλο, τόσο μεγάλη που οι ερωμένες του υπολογίζονται σε... 1.500".

Εμείς τον δικό μας τον διώξαμε προ πολλού.
Εσείς, Ισπανοί, ακόμη κοιμάστε;

349. Πριν και μετά εκατό χρόνια

         Κάτι διάβαζα για τους Βαλκανικούς πολέμους το 1912-13. Για φαντάσου, σκέφτηκα, πέρασαν από τότε εκατό χρόνια. Πολύ μακρινή εποχή. Από τους προγόνους μου, που ζούσαν τότε, κανένας, φυσικά, δεν υπάρχει. Ο κρίκος στην αλυσίδα των προγόνων μου σταματά στους παππούδες μου. Για τους γονείς εκείνων δεν γνωρίζω τίποτε, ούτε φωτογραφίες δεν έχω.   
Ύστερα από εκατό χρόνια, το 2112, δεν θα ζω εγώ, ούτε ο γιος μου, ούτε τα μελλοντικά εγγόνια μου. Τα δισέγγονά μου, εάν γεννηθούν, θα αγνοούν την ύπαρξη μου, όπως εγώ την ύπαρξη του προπάππου μου. Θα μου πεις, με τα σημερινά μέσα, μπορώ να τους αφήσω φωτογραφίες, κείμενα, έργα μου. Ανόητη ματαιοδοξία.
Διακόσια χρόνια, λοιπόν. Πόσο τεράστιος χρόνος για μένα και πόσο απειροελάχιστος μπροστά στα 14,5 δισεκατομμύρια χρόνια από την δημιουργία του σύμπαντος.  
Ύστερα από αυτές τις σκέψεις αισθάνομαι πως αγαπώ περισσότερο τους ανθρώπους, την φύση, την ζωή.

348. ΕΛΛΗΝΑΣ 2012


Εικονίζεται το έργο μου "ΕΛΛΗΝΑΣ 2012", από την συλλογή "Γραβάτες" (Assembling art)

347. Μια μερίδα…μακαρόνι!

          Μέχρι πριν από κάποια χρόνια, οι πινακίδες έξω από τα καταστήματα ανάφεραν τα πωλούμενα είδη στον πληθυντικό: είδη δώρων, έπιπλα, μεζέδες, υαλικά, υφάσματα, ρούχα, γλυκά κουταλιού-ταψιού, καπέλα, τυρόπιττες, πάστες, κοσμήματα κλπ.
Τον τελευταίο καιρό, έγινε μόδα ο ενικός: έπιπλο, γλυκό, καφές, ρούχο, τυρόπιττα, κόσμημα, δώρο και πάει λέγοντας. Νομίζουν ίσως πως έτσι το διαφημιζόμενο είδος αποκτά μοναδικότητα, ξεφεύγει από τον σωρό, γίνεται σικάτο.  Μου φαίνεται εξεζητημένο και λίγο αστείο. 
Γελώ κάθε φορά που βλέπω ταμπέλα εστιατορίου που πληροφορεί τους περαστικούς ότι εκεί μπορούν να φάνε…μακαρόνι. Την επομένη φορά θα μπω και θα παραγγείλω μία  μερίδα μακαρόνι, μία ρεβίθι και μια χούφτα ελιά! 

346. Όπερα και θεία λειτουργία

Με όλο τον προσήκοντα σεβασμό προς την θεία λειτουργία όλων των θρησκειών και δογμάτων, επισημαίνω τις εξής ομοιότητες ανάμεσα σ’ αυτήν και στην όπερα:
·   Ο λόγος εκφέρεται με μουσική (ψαλμωδία-τραγούδι).
·   Ο λόγος είναι αυστηρά καθορισμένος από γραπτό κείμενο (λιμπρέτο-ακολουθία).
·   Ο χώρος τέλεσης είναι κάποιο μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, κτισμένο γι’ αυτόν τον σκοπό (ναός-κτίριο όπερας).
·   Η αμφίεση των συντελεστών είναι ειδική (άμφια-κοστούμια).
·   Τα τελούμενα γίνονται ενώπιον ακροατηρίου (εκκλησίασμα-κοινό).
·   Η θεματολογία της όπερας περιλαμβάνει θρησκευτικά θέματα (π.χ. «Σαλώμη», του Ρ. Στράους, «Μωυσής και Φαραώ» του Ροσσίνι, «Θεοδώρα» του Χαίντελ).
·   Συνθέτες όπερας έγραψαν και εκκλησιαστική μουσική: ο Χαίντελ έγραψε και ορατόρια, ο Χάυντν όπερες και λειτουργίες κλπ.

Για διαφορετικούς, φυσικά, σκοπούς, χαίρομαι και τα δύο.

345. Ο μύθος στη ζωή μας

      Ερχόμαστε στον κόσμο και μας γαλουχούνε παιδικά παραμύθια.
Φεύγουμε από αυτόν πιστεύοντας σε μεταφυσικούς μύθους για το επέκεινα.
Στο μεταξύ διάστημα, μεγαλύτερο χρόνο ζούμε σε ένα φαντασιακό κόσμο παρά στον πραγματικό.
Στον φαντασιακό, όταν διαβάζουμε ένα λογοτεχνικό βιβλίο, κόβοντας την επαφή με τον περίγυρό μας και ζώντας τη ζωή των ηρώων του μυθιστορήματος, διηγήματος και γενικότερα του λογοτεχνήματος. Όταν διαβάζουμε μυθολογία της πατρίδας μας ή άλλων χωρών.
Τα έπη που έχουν περίοπτη θέση στην κουλτούρα των λαών (Ιλιάδα, Οδύσσεια, Αινιάδα, Γκιλγκαμές, Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν, Θεία Κωμωδία, Μαινόμενος Ορλάνδος κλπ,) όπως και οι παραλογές (του Νεκρού Αδελφού) με τα οποία μεγάλωσαν γενιές και γενιές, μύθοι είναι.
Οι κινηματογραφικές ταινίες, τα θεατρικά έργα, οι όπερες, τα σίριαλ στην τηλεόραση, τα ανέκδοτα που διηγούμαστε κι αυτά μύθοι.
Οι οπαδοί της κάθε θρησκείας θεωρούν ότι όλοι οι αλλόθρησκοι πιστεύουν στους μύθους της θρησκείας τους. 
Το ένα τρίτο της ζωής μας το περνάμε κοιμώμενοι. Όμως τα όνειρα που βλέπουμε στον ύπνο μας, μύθοι είναι.
Φυγή από την πραγματικότητα κάνουμε όταν αναπολούμε σκηνές του παρελθόντος, όταν ρεμβάζουμε ή φανταζόμαστε μελλοντικές σκηνές. Το ίδιο κι όταν ακούμε διηγήσεις άλλων, συμμετέχομε σε κουτσομπολιά ή χαζεύουμε στην τηλεόραση. Παύουμε τότε να παράγουμε δικές μας σκέψεις και αναλίσκουμε σκέψεις, εικόνες και δραστηριότητες άλλων. Σε ακραίες περιπτώσεις η ανάγκη για φυγή από την πραγματικότητα οδηγεί στα ναρκωτικά.  Όλα τα υποκατάστατα της πραγματικότητας είναι μύθοι.
Τελικά, σε όλη την διάρκεια της ζωής μας καταναλώνουμε τεράστιες ποσότητες μύθου. Αυτό εξηγεί και την προθυμία των ανθρώπων να πιστεύουν  ακόμη και σε εξωφρενικά πράγματα, που επαληθεύει τον ενάμισι στίχο του Έλιοτ «…human kind / Cannot bear very much reality», το ανθρώπινο είδος δεν μπορεί να αντέξει πάρα πολύ πραγματικότητα.

344. Ο Παναγιώτης και τα υποκοριστικά του

     Ποιο Ελληνικό όνομα έχει τα περισσότερα υποκοριστικά, 25 τον αριθμό; Ο Παναγιώτης! Μετρείστε τα:
     Τότης, Τοτής (ισχύει και για τον Κωνσταντίνο), Τοτός, Πανάγος, Παναής, Παναγής, Πανάνης, Νότης, Τάκος, Τάκης, Τάτσης, Γιώτης, Πότης, Πανίκος, Πανίκας,Παναγιωτάκης, Παναγιωτάκoς, Παναγιώταρος, Πάνος, Πανούσος, Πανούσης, Πανούλης, Πανούτσος,  Πάκης (ισχύει και για τον Προκόπη), Νάνος.
     Εξ αυτών, μόνο το "Τοτός" δεν συνίσταται. Όλοι θα του λένε: "το άλλο, με τον Τοτό, το ξέρεις;"

(Έφιππος εικονίζεται ένας διάσημος Πανίκας!)

343. Ο φίλος μου, ο κότσυφας







 


Τώρα το χειμώνα με το κρύο, αντί να βάζω τα φρούτα στο ψυγείο και να πιάνουν χώρο, τα αφήνω έξω, σε ένα πανέρι. Αυτό όμως το παρατήρησε ο άγρυπνος γείτονάς μου, που φωλιάζει  στα γύρω δέντρα, ο κότσυφας.  Κι όταν δεν τον βλέπω, έρχεται στα κρυφά και τσιμπολογά κάποιο μήλο.

Μια μέρα τον πέτυχα. Ήμουν πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας όταν  τον είδα να προσγειώνεται δίπλα στο πανέρι. Έκανα ησυχία μην τον τρομάξω και φύγει. Κοίταξε αριστερά-δεξιά για να βεβαιωθεί πως ήταν ασφαλής κι άρχισε με το κεχριμπαρένιο ράμφος του να τσιμπά τη σάρκα του κόκκινου μήλου. Ώσπου να φέρω την φωτογραφική μηχανή, είχε εξαφανιστεί.

Οι κρυφές επισκέψεις του στο πανέρι είναι συχνές. Είναι όμως διακριτικός. Αντί να τσιμπά κάθε φορά διαφορετικό μήλο και να τα τρυπά όλα, συνεχίζει εκείνο που άρχισε την προηγούμενη μέρα, μεγαλώνοντας την τρύπα. Το παίρνω, λοιπόν, το καθαρίζω με ένα μαχαίρι και τρώω το υπόλοιπο. Έτσι, στο φρούτο μου έχω συνδαιτυμόνα τον κότσυφα. Μολονότι μοιραζόμαστε το ίδιο φαγητό, ποτέ δεν τρώμε μαζί.

Τον βλέπω συχνά να βολτάρει αμέριμνος στον κήπο. Με την κατάμαυρη, γυαλιστερή φορεσιά του περπατά καμαρωτός-καμαρωτός, σαν τον κυρ-Σταύρο, τον διάσημο κότσυφα, στο παραμυθάκι του Σαββόπουλου. Τότε θυμάμαι κι εκείνο το παλιό δίστιχο «κάνει κρύο, κάνει τσίφι / για το δόλιο το κοτσύφι», θαμμένο στο μνήμη μου από κάποιο αναγνωστικό του δημοτικού.  Μια και πιάσαμε φιλία, έστω εν αγνοία του, φροντίζω πάντα να υπάρχει ένα τουλάχιστον μήλο στο πανέρι, μην τον αφήσω νηστικό.

Κάπου διάβασα με αποτροπιασμό πως μερικοί κυνηγάνε τους κότσυφες για το νόστιμο κρέας τους και άλλοι τους βάζουν στο κλουβί για να απολαμβάνουν το κελάιδισμα τους. Θα ήθελα να ήξερα την γλώσσα των πουλιών για να γράψω σε μια πινακίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΖΩΝΗ» και να την κρεμάσω στην αυλή μου. Και να έρχονται «όλα τα πουλιά του δάσους, μπεκάτσες, τσίχλες, αηδόνια, τσαλαπετεινοί και παγώνια» που λέει και ο  Σαββόπουλος στο ίδιο παραμύθι, για να κάνουν παρέα στον φίλο μου, τον κότσυφα, να μην νιώθει μόνος.

Άσε που σκέπτομαι να φυτέψω και μια μηλιά στον κήπο για να τρώει τα μήλα του «στην πηγή», σαν άρχοντας κι όχι σαν κλέφτης από το πανέρι. Κι εκείνος πετώντας από κλαρί σε κλαρί, να με ευφραίνει με την παρουσία του και το κελάηδισμά του, που είναι πιο γλυκό και φασαριόζικο την  άνοιξη.

342. Έγχρωμα Ελληνάκια

         Βλέπω στην τηλεόραση νέα παιδιά να μιλάνε αψεγάδιαστα τα Ελληνικά, μολονότι έχουν ξενικά ονόματα και μερικά είναι έγχρωμα. Είναι παιδιά μεταναστών γεννημένα στην Ελλάδα. Ο λόγος τους είναι συγκροτημένος και έχουν πλούσιο λεξιλόγιο. Μακάρι πολλά αμιγώς Ελληνάκια να μιλούσαν έτσι.
Τα καμαρώνω και νιώθω εθνική υπερηφάνεια. Ολοζώντανο και διαχρονικό το  «…οι της Ελληνικής παιδείας μετέχοντες».
Ας μην ξεχνάμε ότι πολλοί από τους Ελλαδίτες είμαστε απόγονοι  ξένων κατακτητών ή μεταναστών. Τρίτης, δεκάτης, εκατοστής ή τριακοσιοστής γενιάς. Ίχνη υπάρχουν σε επίθετα, γλωσσικά ιδιώματα ή χαρακτηριστικά.
Η μόνη διαφορά  μας με τα νεο-Ελληνάκια βρίσκεται μόνο σε έναν αριθμό: στον  αριθμό της γενιάς.
Η ακατάλυτη δύναμη του ελληνικού έθνους, όπως απορρόφησε και ενσωμάτωσε στο παρελθόν κάθε ξένο στοιχείο, έτσι θα κάνει και με τους νέους μετανάστες που πολιτογραφούνται Έλληνες. 

341. Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΩΝ

Βρήκα αυτό το κλαδί από θαλάσσιο φυτό ξεβρασμένο σε μιαν ακρογιαλιά. Το στέγνωσα και το στήριξα σε ένα κέλυφος από μύδι. Το σχήμα του μου θυμίζει έντονα δυο φιγούρες μπλεγμένες σε τρελό χορό.
Του έδωσα τον τίτλο "Ο χορός των καταραμένων" εμπνευσμένο από την παλιά αντιπολεμική ταινία. Έργο από την συλλογή μου "Όστρακα".

340. "Άντε ρε, λούστρο!"

Πάμε πίσω στις δεκαετίες ’50 και ’60. Τα αντρικά παπούτσια, ήσαν συνήθως ταλαιπωρημένα και  σκονισμένα από τους χωματόδρομους, αφού οι ασφαλτόδρομοι σπάνιζαν.

Ο μόνος τρόπος ευπρεπισμού τους  ήταν να τα βάψεις με την αλοιφή «Κάμελ», που βρίσκεις και σήμερα. Διαφορετικά κατέφευγες στους υπαίθριους στιλβωτές, τους λούστρους. Κρεμασμένο στον ώμο με λουρί είχαν το κινητό μαγαζί τους, δηλαδή το σκαμνί και το ξύλινο κασελάκι με τα σύνεργά τους. Άλλο μικρό και απέριττο κι άλλο  μεγάλο, πολυτελείας, με  μπρούτζινες διακοσμήσεις.

Ψάρευαν πελατεία τριγυρνώντας στα καφενεία. Ο πελάτης έπινε τον καφέ, κάπνιζε το τσιγάρο ή διάβαζε την εφημερίδα κι ο λούστρος σκυμμένος γυάλιζε τα παπούτσια του.

Όμως οι λούστροι έκαναν πιάτσα και σε πολυσύχναστα μέρη. Έξω από κινηματογράφους, σε πλατείες ή σε κεντρικούς δρόμους, κατά μόνας ή  παραταγμένοι σε σειρά.

Ο πελάτης ακουμπούσε το πόδι στο κασελάκι, στην υπερυψωμένη υποδοχή και ο λούστρος αναλάμβανε τα υπόλοιπα: δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και  έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με  ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν.

Μερικοί λούστροι έκαναν επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους προσφέροντας δωρεάν θέαμα στο κοινό, πετώντας τις βούρτσες στριφογυριστά στο αέρα, σαν ζογκλέρ, ή  χτυπώντας τες ρυθμικά στο κασελάκι.

Το επάγγελμα ασκούσαν όλες οι ηλικίες. Από πιτσιρικάδες, τα «λουστράκια», όπως τα έλεγαν, μέχρι σεβάσμιοι γέροι. Οι βιοποριστικές ανάγκες της εποχής δεν έκαναν διακρίσεις.

Λουστράκια εμφανίζονταν συχνά στις Ελληνικές ταινίες, με αποκορύφωμα «Το λουστράκι», το 1962. Ένα χρόνο αργότερα, ο Ελία Καζάν τα εμφανίζει στην ταινία του «Αμέρικα, Αμέρικα» ενώ ο Χατζιδάκις που έγραψε τη μουσική, τους αφιερώνει ξεχωριστό κομμάτι με τίτλο «Τα λουστράκια», σε στίχους Γκάτσου. 

Παρά την κινηματογραφική δημοφιλία τους όμως οι λούστροι δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης στην κοινωνία. Συνηθισμένη η βρισιά «άντε ρε, λούστρο!» ενώ οι γονείς συμβούλευαν τα παιδιά τους να ασχοληθούν με τα γράμματα ή την τέχνη «για να μην καταντήσεις  λούστρος». 

Η εικόνα στα στεγασμένα στιλβωτήρια ήταν διαφορετική. Υπερυψωμένες πολυθρόνες στη σειρά, σαν θρόνοι, υποδέχονταν τους πελάτες, δίνοντάς τους μια  ψευδαίσθηση αρχοντιάς. Οι στιλβωτές δούλευαν όρθιοι ή καθισμένοι σε καρέκλα αντί το χαμηλό σκαμνί των υπαίθριων συναδέλφων τους.

Τα διάφορα αυτογυαλιστικά  φιαλίδια και σφουγγαράκια,  που άρχισαν να εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σε συνδυασμό με την ασφαλτόστρωση όλων των δρόμων και την οικονομική ανάκαμψη που ακολούθησε, εξαφάνισε το επάγγελμα του λούστρου.

Σήμερα κασελάκια βρίσκεις μόνο στα παλιατζίδικα, στο Μοναστηράκι,  και βεβαίως στις παλιές Ελληνικές ταινίες. Εύχομαι κι ελπίζω η σοβούσα οικονομική κρίση να μην αναγκάσει τον κόσμο να τα ανασύρει από την αφάνεια και τα ενεργοποιήσει πάλι…

339. Οι θρησκείες στο τάσι της ζυγαριάς

 Ας υποθέσουμε πως έχουμε μπροστά μας μια ζυγαριά παλιού τύπου, εκείνη με τα τάσια. Στο ένα τάσι ας μπορούσαμε να βάλουμε όλα τα κακά που προξένησαν στην ανθρωπότητα όλες τις θρησκείες όλων των εποχών, από καταβολής κόσμου.  Δηλαδή:
·        Το αίμα που χύθηκε εξ αιτίας τους ή στο όνομά τους: ανθρωποθυσίες, ιεροί πόλεμοι, σταυροφορίες, φόνοι από φανατικούς (π.χ. της μαθηματικού Υπατίας), λιθοβολισμοί μοιχαλίδων, θανάτωση μοιχών, θύματα ιεράς εξέτασης, θανάτωση μαρτύρων, αυτοθυσίες μαρτύρων, τραυματισμοί, βασανισμοί, βιασμοί, ακρωτηριασμοί (κλειτοριδεκτομές), που έγιναν κατ’ επιταγήν ή εξ αιτίας κάποιας θρησκέίας.
·        Οι φυλακίσεις, ο πόνος, η οδύνη, η εξαθλίωση, οι διώξεις, η ορφάνια που υπέστησαν  τα θύματα των ως άνω ενεργειών αυτών αλλά και οι συγγενείς τους.
·        Το κακό που έκαναν οι θρησκείες σε μικρά παιδιά, τα οποία εγκλείστηκαν  δια βίου σε μοναστήρι επειδή ήταν «ταμένα» από τους γονείς τους, αυτά που βιάστηκαν από καθολικούς ιερείς.
·        Οι παντοειδείς κακοποιήσεις γυναικών από τους συζύγους επειδή αυτό επιτάσσουν ή επιτρέπουν οι κανόνες της θρησκείας.
·        Οι στερήσεις υλικών αγαθών και στοιχειωδών απολαύσεων στις οποίες έχουν αυτοβούλως υποβληθεί οι τηρούντες τους κανόνες της θρησκείας τους και προσβλέποντες σε μετά θάνατον ζωή.
·        Οι ενοχές που βασάνισαν τους παραβάτες των θρησκευτικών κανόνων και οι ψυχοσωματικές συνέπειές τους.
Ο κατάλογος αυτός είναι μόνον ενδεικτικός. Η δημιουργία πλήρους θα μπορούσε να είναι θέμα διδακτορικής διατριβής.

Στο άλλο τάσι ας μπορούσαμε να βάλουμε όλα τα καλά που επέφεραν στην ανθρωπότητα όλες οι θρησκείες, όλων των εποχών. Δηλαδή:
·        Παρηγορία, ψυχολογική στήριξη  σε δύσκολες καταστάσεις
·        Αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου
·       Αποτροπή βλαπτικών πράξεων πάνω στην ζωή, στην τιμή και στην περιουσία άλλων ανθρώπων
·        Αγαθοεργίες, φιλανθρωπικό έργο
·        Συνεισφορά σε εθνικά θέματα
·        Ψυχική γαλήνη, πνευματικές ηδονές στους έχοντες την έφεση.
Και αυτός ο κατάλογος είναι ενδεικτικός ενώ ένας πλήρης θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας άλλης διδακτορικής διατριβής.

Το ερώτημα τώρα είναι, προς τα πού φαντάζεται κανείς πως θα έγερνε η ζυγαριά; Ομολογώ πως δεν είμαι βέβαιος ότι γνωρίζω την απάντηση. Σε σχετική δημοσκόπηση, η γνώμη μου θα καταχωριζόταν  στην κατηγορία «δεν ξέρω, δεν απαντώ». Πολύ θα ήθελα όμως να έβλεπα τα αποτελέσματα μιας τέτοιας δημοσκόπησης. Λένε πάλι πως, μερικές φορές, μεγαλύτερη σημασία έχει η ερώτηση παρά η απάντηση. Εσύ τι πιστεύεις, φίλε αναγνώστη;

338. Το μυστήριο των στίχων του Σαββόπουλου

Εδώ και χρόνια έχω επισημάνει ένα φαινόμενο που, με την πάροδο των ετών, διόλου δεν αμβλύνεται αλλά συνεχίζει ακάθεκτο. Ποιο είναι αυτό; Διαβάζοντας άρθρα, ρεπορτάζ και σχόλια σε εφημερίδες και περιοδικά, κάθε τόσο πέφτω πάνω σε μιαν "ατάκα", ένα απόσπασμα από στίχο του Σαββόπουλου, που βάζει ο συντάκτης του, χωρίς να αναφέρει την πηγή, για να χρωματίσει το κείμενό του.  Επειδή συμβαίνει να ξέρω όλους τους στίχους από τα τραγούδια του Διονύση, την εντοπίζω αμέσως.

Σήμερα, για παράδειγμα, διαβάζοντας την «Καθημερινή», στο ίδιο φύλο, έπεσα πάνω σε δύο τέτοιες περιπτώσεις. Ο τίτλος του άρθρου του δημοσιογράφου Πάσχου Μανδραβέλη ήταν Τι να φταίν’ οι εκπρόσωποι… (χωρίς εισαγωγικά) παρμένο  από το πασίγνωστο τραγούδι «Ας κρατήσουν οι χοροί». Στην τελευταία σελίδα,  ο Σταύρος Λυγερός κλείνει το άρθρο του λέγοντας: Το επόμενο διάστημα η ΔΗΜΑΡ θα βρεθεί στη μέγγενη, γεγονός που θα την υποχρεώσει να ξεκαθαρίσει «με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει».  Η τελευταία φράση είναι φυσικά παρμένη από το παλιό τραγούδι «Οι παλιοί μας φίλοι».

Πολλές φορές σκέφτηκα στο παρελθόν να πάρω ένα ψαλίδι και να φτιάξω μια συλλογή με αποκόμματα  με ατάκες από στίχους του Διονύση. Θα είχα γεμίσει ένα άλμπουμ ως τώρα.

Αναρωτιέμαι τι το ιδιαίτερο έχουν  οι στίχοι του Σαββόπουλου, συχνά γραμμένοι πριν από αρκετές δεκαετίες, και διατηρούν την επικαιρότητά τους, ενώ κάποιοι έγιναν σλόγκαν, όπως «στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει». Γιατί άραγε τέτοιο πράγμα δεν έχει ξανασυμβεί με άλλο στιχουργό ή ποιητή μας; Δεν μπόρεσα να βρω μιαν απάντηση. Το μυστήριο παραμένει. Καμιά ιδέα;

337. Η παγίδα του «να περνάμε καλά»

         Στα χρόνια  του ξεσαλώματος που έφερε η  ψεύτικη ευημερία με δανεικά,  η συνηθισμένη ευχή-σύνθημα που εφευρέθηκε και επικράτησε ήταν «να περνάμε καλά». Προσέξτε, μην την συγχέουμε με την ευχή «να είσαι καλά», την συνήθη απάντηση στο «ευχαριστώ»,  που σημαίνει «να είσαι καλά στην υγεία σου». Αντίθετα, το «να περνάμε καλά» έχει έντονο μέσα του το στοιχείο της ευδαιμονίας, της καλοπέρασης με υλικά αγαθά. 
Δεν έχω τίποτε με το «να περνάμε καλά». Κανείς φυσικά δεν θέλει να  περνά άσχημα. Εξαρτάται όμως τι εννοούμε με το «καλά». Κανονικά η λέξη αυτή περιέχει την έλλειψη πενίας, την καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματος, την αγάπη και την κοινωνική αλληλεγγύη, την αρμονία και την ψυχική ισορροπία. Όμως, η αφθονία του χρήματος, άσπρου και μαύρου,  που κυκλοφορούσε διέβρωσε τα πάντα, ακόμη και την έννοια του  «να περνάμε καλά». Αφαίρεσε όλα τα πνευματικά στοιχεία του και περιορίστηκε σε ένα:  την υλική ηδονή, την κραιπάλη.
Τα πράγματα τώρα άλλαξαν. Η ώρα σήμανε δώδεκα και η Σταχτοπούτα έχασε τα πολυτελή ρούχα της, η χρυσή άμαξα εξαφανίστηκε ως διά μαγείας και εκείνη ξαναντύθηκε στα κουρέλια.
Τώρα είναι η ευκαιρία να ξαναδώσουμε στο «να περνάμε καλά» το σωστό του νόημα. Να κοιτάξουμε μέσα μας, να επανασυνδεθούμε με τους φίλους και την κοινωνία, να ξαναβρούμε το «εμείς» αφού ο νεοπλουτισμός μάς έχτισε μέσα στο «εγώ». Μπορούμε «να περνάμε καλά» με πενιχρά μέσα. «Φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας». Τελικά, αυτοί οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τα είχαν πει όλα!  

336. Το σουτάρισμα της συζύγου

         Το ξεσάλωμα των τελευταίων δεκαετιών, με δανεικά, πέραν των γνωστών αποτελεσμάτων, ανεργία, μειώσεις μισθών και συντάξεων κλπ, είχε και κάποιες άλλες «παράπλευρες απώλειες», για να χρησιμοποιήσω την κυνική στρατιωτική ορολογία, που αναφέρεται στους θανάτους αμάχων. Πολλά τα κρούσματα αλλά δύσκολα διακρίνονται. Θύτες οι άνδρες, θύματα οι γυναίκες, μολονότι έχω υπόψη μου περιπτώσεις όπου συνέβη το αντίθετο. Εξηγούμαι:
Εδώ και κάποια χρόνια έχω διαπιστώσει ένα φαινόμενο στον επαγγελματικό μου χώρο, τον τραπεζικό. Ενώ κάποιοι συνάδελφοι ξεκίνησαν από απλοί υπάλληλοι, όταν κατέλαβαν διευθυντικές θέσεις κι  έπιασαν λεφτά, εκεί στην ηλικία γύρω στα πενήντα, χώρισαν τις γυναίκες, παράτησαν τα παιδιά τους και παντρεύτηκαν κατά πολύ νεότερες υφιστάμενές τους.
Το ίδιο παρατήρησα σε άλλα τα επαγγέλματα: δικηγόροι, γιατροί, επιχειρηματίες, κλπ. Όλοι τους είχαν ένα κοινό παρονομαστή: ξεκίνησαν φτωχοί κι έγιναν πλούσιοι. Σε αυτό το κλίμα, μετά το εξοχικό, την τζιπούρα, τα πούρα, το σκάφος και το πρωτοκλασάτα ρεστοράν, ήλθε η σειρά της συζύγου. Μέσα στη μέθη που προκαλεί η γρήγορη άνοδος σε συνδυασμό με τον φόβο των επερχομένων γηρατειών, την κολακεία της νεαρής συντρόφου, (που ο αφελής νομίζει πως θαυμάζει την λεβεντιά και όχι το πορτοφόλι του) και την επικρατούσα άποψη «να περνάμε καλά», δεν διστάζει να σουτάρει την γυναίκα που του παραστάθηκε στα δύσκολα χρόνια, να παρατήσει τα παιδιά του και να στήσει μια νέα οικογένεια.
Η φιλαυτία, ο εγωκεντρισμός, ο ναρκισσισμός και ο φιλοτομαρισμός σε όλο του το μεγαλείο.  
Ελπίζω ότι το τέλος εποχής που σήμανε η έλευση της οικονομικής κρίσης θα περιορίσει αυτό το απαράδεκτο κοινωνικό φαινόμενο. Πώς το είχανε πει οι αρχαίοι ημών πρόγονοι; «Ουδέν κακόν αμιγές καλού».

335. Η ΧΕΛΩΝΑ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ

Περπατώντας στο δάσος, βρήκα το άδειο καύκαλο της μικρής χελώνας. Πρόσθεσα τέσσερα όστρακα για πόδια και ένα ακόμη για κεφάλι και, κυρίες και κύριοι, ιδού ο χρυσός πρωταθλητής στο βάθρο, έτοιμος να στεφανωθεί, αφού νίκησε τον λαγό στον αγώνα δρόμου, όπως μας διαβεβαιώνει ο κύριος Αίσωπος.

334. O Φούφουτος και η καταγωγή του

Καθαρή Δευτέρα του 1954, εξαετής, χάζευα το γλέντι στην αυλή του γείτονα με σαρακοστιανά και ρετσίνα.  Όταν το κέφι άναψε έστησαν και «κυκλωτικούς χορούς», τραγουδώντας με το στόμα αφού ούτε γραμμόφωνο ούτε ραδιόφωνο υπήρχε.        
      Μετά το «εγώ ’μαι ενός ψαρά παιδί, που με ζηλεύει όποιος με δει» και λοιπά σεμνά, άρχισαν τα πιπεράτα, κατά το έθιμο. Ο άνδρας που έσερνε  το χορό τραγουδούσε  μόνος την πρώτη στροφή και αποκρίνονταν ομαδικά οι άλλοι χορευτές, άνδρες και γυναίκες:

-Σε δυο αυγά καθότανε / κλώσα δεν ήτανε
-Τί ’τανε, τί ’τανε κλώσα δεν ήτανε.

-Σε τρύπες εμπαινόβγαινε / ποντικός δεν ήτανε.
-Τί ’τανε, τί ’τανε ποντικός δεν ήτανε.

-Τους τοίχους επιτσίλαγε / ασπριτζής δεν ήτανε.
-Τί ’τανε, τί ’τανε ασπριτζής δεν ήτανε.

-Άσπρη μπλούζα φόραγε / μα γιατρός δεν ήτανε.
-Τί ’τανε, τί ’τανε μα γιατρός δεν ήτανε.

-Ήτανε ο φουφωτός / ο π……ς  μου ο ξεσκούφωτος!

      Με την τελευταία φράση ο χορός διαλύθηκε και οι χορευτές, ιδιαίτερα οι γυναίκες, σκανδαλισμένες, λύθηκαν στα γέλια.
      Το ίδιο τραγούδι ξανάκουσα λίγα χρόνια αργότερα με ίδιους στίχους. Στηρίζεται στο εύρημα της λέξης «φουφωτός» που ριμάρει με το «ξεσκούφωτος» (εν προκειμένω γυμνός, χωρίς προφυλακτικό. Υπήρχε τότε και το προφυλακτικό μάρκας «Σκουφίτσα»). Επειδή τέτοια λέξη δεν υπήρχε, εφευρέθηκε. Το θέμα «φουφ» παραπέμπει συνειρμικά στην κάψα της φουφούς ενώ η κατάληξη  -ωτός στο «καμαρωτός».
      Η λέξη άρεσε και γι’ αυτό αυτονομήθηκε από το ουσιαστικό που προσδιόριζε. Επειδή όμως η αυθυπαρξία δεν μπορούσε να σταθεί με το χαρακτηριστικό του επιθέτου που πρόδινε η κατάληξη –ωτός (τουρλωτός, μεταξωτός, ψηφιδωτός κλπ) η λέξη μεταλλάχθηκε στο ουσιαστικό «φούφουτος», που κατέληξε να εννοεί τον ανύπαρκτο.
      Από αυτό το τραγούδι βγήκε αργότερα το καλαμπούρι «ξέρεις τον φούφουτο…κλπ» και όχι το αντίθετο.
(Εικονίζεται ο πίνακας του Σπύρου Βασιλείου "Το τραπέζι της Καθαρής Δευτέρας"

333. Βάλσαμο για την οικονομική κρίση

Στη οικονομική κρίση που βιώνουμε, έψαξα να βρω κάπου για να κρατηθώ, να αισιοδοξήσω. Το βρήκα.  Ανεξάρτητα από το αν πιστεύει κανείς ότι τα κείμενα της Αγίας Γραφής είναι θεόπνευστα, υπάρχουν κάποια κεφάλαια που είναι υπέροχα. Είτε είναι καθαρή ποίηση όπως το «Άσμα Ασμάτων» είτε βαθειά φιλοσοφημένα, πραγματικά διαμάντια. Ένα από αυτά είναι το κεφάλαιο Γ΄ του Εκκλησιαστή:
«Χρόνος είναι εις πάντα, και καιρός παντί πράγματι υπό τον ουρανόν.   
Καιρός του γεννάσθαι και καιρός του αποθνήσκειν,
καιρός του φυτεύειν και καιρός του εκριζώνειν το πεφυτευμένον,
καιρός του αποκτείνειν και καιρός του ιατρεύειν,
καιρός του καταστρέφειν και καιρός του οικοδομείν,
καιρός του κλαίειν και καιρός του γελάν,
καιρός του πενθείν και καιρός του χορεύειν,
καιρός του διασκορπίζειν λίθους και καιρός του συνάγειν λίθους,
καιρός του εναγκαλίζεσθαι και καιρός του απομακρύνεσθαι του εναγκαλισμού,
καιρός του αποκτήσαι και καιρός του απολέσαι,
καιρός του φυλάττειν και καιρός του ρίπτειν,
καιρός του σχίζειν και καιρός του ράπτειν,
καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν,
καιρός του αγαπήσαι και καιρός του μισήσαι,
καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης». 
Όταν διάβασα για πρώτη φορά το κείμενο, αυτές οι   επαναλαμβανόμενες, απλές φράσεις μου φάνηκαν αφελείς. Ούτε τα νοήματα με εντυπωσίασαν γιατί τα βρήκα αυτονόητα. Όταν όμως το διάβασα πάλι μού αποκαλύφθηκε η σοφία του. Φαίνεται πως η σοφία δεν κρύβεται πίσω από πολύπλοκα νοήματα και δυσκολονόητες φράσεις αλλά  σε απλές, καθημερινές λέξεις. Τόσο καθημερινές, που φθαρμένες από την πολλή χρήση, έχουν χάσει την αρχική τους δύναμη.
Έβαλα τον εαυτό μου στην θέση του ανθρώπου που έχασε κάτι σημαντικό. Ένα προσφιλές πρόσωπο, την υγεία του ή κάποια σημαντικό  περιουσιακό στοιχείο. Τότε αισθάνθηκα ότι αυτή ακριβώς η απλότητα και επανάληψη επιδρούσε κατευναστικά, καταπραϋντικά, σαν βάλσαμο πάνω σε χαίνουσα πληγή. Σαν νανούρισμα σε πονεμένο.
Το νόημα, που αναφέρεται στην κυκλικότητα των πραγμάτων, προσφέρει παρηγοριά, παραμυθία και διδάσκει καρτερία.
Διαβάζοντας το κείμενο ακόμη πιο προσεκτικά, παρατήρησα ότι, σε κάθε στίχο, η σειρά της θετικής και της αρνητικής έννοιας εναλλάσσονται. Αν πάρουμε για παράδειγμα τους δύο τελευταίους στίχους, βλέπουμε τα εξής:
«καιρός του αγαπήσαι (θετική) και καιρός του μισήσαι (αρνητική»
«καιρός του πολέμου (αρνητική) και καιρός ειρήνης (θετική)»
Στο σύνολο των 14 στίχων οι θετικές έννοιες προτάσσονται στους έξι στίχους και οι αρνητικές προτάσσονται στους οκτώ. Πιστεύω ότι αυτή η εναλλαγή δεν είναι συμπτωματική αλλά εσκεμμένη. Όχι για να προσδώσει συγγραφικό ύφος στο κείμενο αλλά για να δηλώσει την πραγματικότητα. Να θυμίσει δηλαδή ότι στην ζωή η σειρά άφιξης των ευχάριστων και των δυσάρεστων γεγονότων εναλλάσσεται χωρίς να ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοντέλο. Αλλά και να διδάξει τον αναγνώστη πως «όταν συναντήσεις την  συμφορά, μην απελπιστείς. Θα έλθει κάποτε ο καιρός που η κατάσταση θα αντιστραφεί». Αλλά και πως «αν σου συμβεί ένα πολύ ευχάριστο γεγονός να είσαι έγκαιρα προετοιμασμένος για την απώλειά του, που κάποτε θα έλθει, αφού τίποτε δεν κρατάει για πάντα…».
Ας έλθουμε τώρα στην οικονομική κρίση για την οποία είπαμε στη αρχή. Τα τελευταία χρόνια όλοι μας απολαμβάναμε την ψεύτικη, όπως αποδείχτηκε, ευημερία που μας παρείχαν τα δανεικά. Ζούσαμε μια πολυτέλεια που δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητές μας. Κάποιοι από εμάς αναρωτιόμασταν, από καιρό, από πού προέρχεται όλος αυτός ο πλούτος αφού η Ελλάδα σχεδόν τίποτε πλέον δεν παρήγαγε.
Τελικά, η φούσκα έσκασε. Τις συνέπειες τις πληρώνουμε όλοι και πρωτίστως οι άνεργοι. Αφού περάσαμε την περίοδο «του γελάν» μπήκαμε στην εποχή «του κλαίειν». Από το «αποκτήσαι» στο «απολέσαι».
Όμως, θα έλθει και πάλι ο καιρός που από το «πενθείν» θα πάμε στο «χορεύειν». Από το «καταστρέφειν» στο «οικοδομείν».  Πόσο χρόνος θα περάσει μέχρι τότε, κανείς δεν γνωρίζει. Όμως θα έλθει. Είναι το μόνο βέβαιο. Το λέει και ο Εκκλησιαστής.

332. Η υποκρισία του Αρχοντορεμπέτικου

          Εκεί πίσω, στην δεκαετία του 1950, η μουσική που άκουγε η αστική τάξη ήταν η λεγόμενη ελαφρά.  Κυριαρχούσε το ταγκό και ακολουθούσε το βαλς και η ρούμπα. Η θεματολογία των στίχων εξαντλείτο στον έρωτα. Τραγούδια  γλυκανάλατα και σχεδόν πανομοιότυπα, με λίγες εξαιρέσεις. Παίζονταν με βιολί, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν  και σαξόφωνο. Το μπουζούκι εξορισμένο στο πυρ το εξώτερο. 
Η λαϊκή τάξη διασκέδαζε με λαϊκό και ρεμπέτικο, που άκουγε σε δίσκους των 78 στροφών, παιγμένους σε γραμμόφωνα. Το ραδιόφωνο, κρατικό τότε, τα είχε απαγορευμένα.
Οι αστοί επισήμως σνομπάριζαν την μουσική των λαϊκών αλλά ταυτόχρονα τους άρεσε ο παλμός και η ζωντάνια τους. Η λαϊκή μουσική ήταν πιο άμεση, πιο αυθόρμητη από εκείνη που άκουγαν.
Τις κρυφές αστικές επιθυμίες ικανοποίησαν κάποιοι συνθέτες της ελαφράς μουσικής, όπως ο Μ. Σουγιούλ που συνεργάστηκαν με ταλαντούχους  στιχουργούς, όπως ο Αλέκος Σακελάριος, και έφτιαξαν ένα περίεργο υβρίδιο: το αρχοντορεμπέτικο, όπως επικράτησε να λέγεται. Το μήνυμα που εξέπεμπε αυτή η λέξη ήταν: «ναι, είναι ρεμπέτικο, αλλά όσοι το ακούν, μην τους παρεξηγήσετε,  δεν έχουν σχέση με την πλέμπα. Είναι αρχοντάνθρωποι, ματσωμένοι που έχουν «τάληρα για να οργώσουνε τα Φάληρα». Το αρχοντορεμπέτικο ήταν ο φερετζές που φόρεσαν στο ρεμπέτικο για να γίνει αποδεκτό από τους αστούς.   
Η συνταγή ήταν απλή: ρυθμός χασάπικου ή ζεϊμπέκικου, στίχοι με κεφάτα θέματα και γερή δόση «μάγκικης» γλώσσας. Παράδειγμα: «Έτσι  μου γουστάρεις», «στον ασίκικο σκοπό», «τράβα ντογρού», «γουστάρω νύχτα ρέμπελη», «ρε μάγκες», «τα ντόρτια κι οι διπλές», «στο παλιό μας το τσαρδάκι», «καρασεβνταλής», «τι γουστάρει να του παίξεις μπουζουξή μου σεβνταλή», «οι πενιές του μπουζουκιού σου μου επήρανε τα ρέστα και μ’ αφήσανε ταπί», «το μπουζούκι εργάζεται».
Το μέγεθος του αφύσικου και της υποκρισίας φαίνεται ξεκάθαρα στα τρία τελευταία παραδείγματα. Το μπουζούκι εξυμνείται μεν στους στίχους αλλά…απουσιάζει από την ορχήστρα! Οι μόνες «πενιές» που ακούγονται είναι εκείνες της κιθάρας. Προφανώς η κατάργηση του καθωσπρεπισμού έχει και κάποια όρια. Είπαμε να δείξουμε ανοχή, αλλά όχι και μπουζούκι στην ορχήστρα! Ας μη ξεχνάμε πως όταν ο Μίκης Θεοδωράκης θέλησε να ηχογραφήσει τον «Επιτάφιο» με την ορχήστρα της ΕΙΡ, οι μουσικοί της δήλωσαν αποχή όταν είδαν τον Μανώλη Χιώτη με το μπουζούκι του, αρνούμενοι να δεχτούν ανάμεσά τους αυτό όργανο-μπασκλασαρία. 
Το αρχοντορεμπέτικο μοιάζει με καλό παιδί από σπίτι που το έβαλαν να λέει κακές λέξεις. Όσο και να προσπαθεί να μιμηθεί τη γλώσσα που μιλάει το αλάνι, η προσποίηση δεν κρύβεται.
Παρόλη την φιλότιμη προσπάθεια συνθέτη και στιχουργού το αποτέλεσμα βοούσε πως ήταν αφύσικο. Όπως αφύσικη είναι η ζορισμένη ρίμα του «ντερβίσικο» με το «αφύσικο» στο:
«Άρχισαν τα όργανα το παλιό ντερβίσικο να μη μου το χόρευες θα ’τανε αφύσικο»
Ένα τέτοιο τερατώδες στιχουργικό κατασκεύασμα θα ήταν αδιανόητο σε ένα γνήσιο ρεμπέτικο τραγούδι.
       Η λαϊκή τάξη υιοθέτησε αναγκαστικά το αρχοντορεμπέτικο αφού μόνο αυτό άκουγε στο ραδιόφωνο (είπαμε πως το ρεμπέτικο απαγορευόταν). Επί πλέον ήταν εξοικειωμένη με ρυθμό του (χασάπικο, ζεϊμπέκικο) ενώ συνέβαλε μια τάση μίμησης της αστικής τάξης όπως και το ότι τραγουδιόταν από τα αστέρια της εποχής (Γούναρης, Μαρούδας, κλπ). 
Όταν ύστερα από λίγα χρόνια, με τις προσπάθειες του Μάνου και του Μίκη η αστική τάξη εξοικειώθηκε και δέχθηκε το μπουζούκι, εξέλιπε ο λόγος ύπαρξης του αρχοντορεμπέτικου.
Σήμερα, δεν νοείται γλέντι χωρίς μπουζούκι, που εμφανίζεται συνήθως  προς το τέλος για να απογειώσει το κέφι.  

331. Ένα αλλιώτικο γαμήλιο τραπέζι

        Από τα γαμήλια τραπέζια στα οποία έχω παρακαθίσει, από τα πιο απλά ως τα πιο κοσμικά, ένα έμεινε χαραγμένο στη μνήμη μου και το θυμάμαι με νοσταλγία.
Πριν λίγα χρόνια βρέθηκα στην Κατερίνη για λιγοήμερες διακοπές  με την γυναίκα μου. Ο ξάδελφός μου, ο Γιάννης, που μας φιλοξενούσε  ήταν καλεσμένος σε κάποιο γάμο που γινόταν σε ένα κοντινό χωριό, τον Κοκκινοπλό. Για να μην μας αφήσει μόνους  εκείνο το βράδυ, ο ξάδελφος ζήτησε την άδεια από τον πατέρα της νύφης που τον είχε καλέσει, να πάρει μαζί το «ένα ζευγάρι από την Αθήνα». Εκείνος δέχθηκε με χαρά.
Επειδή ο γάμος θα γινόταν νωρίς το απόγευμα ενώ το γλέντι το βράδυ, ο Γιάννης πρότεινε, για να μην ταλαιπωρηθούμε εμείς, να έφευγε νωρίτερα με την γυναίκα του, με το αυτοκίνητό τους για να πάνε στη εκκλησία του χωριού, και λίγες ώρες αργότερα να πηγαίναμε κι εμείς, με το δικό μας αυτοκίνητο, κατευθείαν στην ταβέρνα του χωριού για να τους συναντήσουμε. Έτσι κι έγινε.
Μπαίνοντας στην ταβέρνα ομολογώ πως ήμουν γεμάτος επιφυλάξεις κάθε λογής.  Όμως μια σειρά ευχάριστων εκπλήξεων γρήγορα τις διέλυσε.
Κατ’ αρχήν, μολονότι τούς ήμασταν άγνωστοι, οι άνθρωποι μας είχαν κρατήσει δύο θέσεις «πρώτο τραπέζι πίστα» δείχνοντας την ζεστή φιλοξενία τους.
Τα φαγητά γνήσια Ελληνικά, όπου κυριαρχούσαν οι υπέροχες, σπιτικές πίτες και τα σουβλιστά κρέατα. Κρασί ντόπιο, βαρελίσιο. Η μεγάλη αίθουσα γεμάτη, με καλεσμένους όλο το χωριό.
Τα όργανα στην πίστα με πρωταγωνιστή το κλαρίνο έπαιζαν δημοτικά τραγούδια. Στην αρχή φοβήθηκα πως σε λίγο θα το γύριζαν σε κάτι δημοτικοφανή κατασκευάσματα, σε τσιφτετέλια και σε σκυλοτράγουδα, όπως κάνουν στα επαρχιώτικα πανηγύρια, από τα οποία κουβαλούσα μια οδυνηρή ακουστική και οπτική εμπειρία.  Οι φόβοι μου όμως διαψεύστηκαν.  Η ορχήστρα έπαιζε συνεχώς και αποκλειστικά αυθεντικά δημοτικά τραγούδια. Κι ενώ νόμιζα πως το ρεπερτόριό τους θα εξαντλείτο στους σκοπούς της περιοχής, πάλι γελάστηκα. Ολόκληρη η Ελλάδα παρέλασε από εκεί: Κρητικά, νησιώτικα, Ποντιακά, Ηπειρώτικα, τσάμικα, καλαματιανά, Σμυρνέικα, ό,τι μπορείς να φανταστείς.
Η πίστα πάντα γεμάτη με χορευτές, που κάθε τόσο έριχναν χαρτονομίσματα στους μουσικούς. Εντύπωση μου έκανε πως όλοι ήξεραν και χόρευαν όλα τα τραγούδια. Κι ακόμη πως οι χορευτικοί κύκλοι περιείχαν όλες τις ηλικίες και έκλειναν με παιδιά, αγόρια και κορίτσια, πράγμα που εξηγεί την γνώση όλων τους στον χορό. Ιδιαίτερη στιγμή όταν ο γαμπρός έδωσε παραγγελιά στη ορχήστρα για να χορέψει η γιαγιά του. Σηκώθηκε εκείνη, σοβαρή και μετρημένη, με τις ασημένιες πλεξούδες να της στολίζουν το κεφάλι, χόρεψε με χάρη, παρά την ηλικία της,  και ξανακάθισε. 
Σε τούτο  το γλέντι επικρατούσε ο σεβασμός: σεβασμός στην παράδοση, σεβασμός στους ξένους, σεβασμός στους γεροντότερους, σεβασμός στους συχωριανούς, σεβασμός στην οικογένεια, σεβασμός στα ήθη και στα έθιμά μας. Αυτή είναι η πραγματική Ελλάδα.
Ήταν προχωρημένη η ώρα όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε ενώ το γλέντι καλά κρατούσε. Μαζί με τις ευχές μου για βίο ανθόσπαρτο στο νέο ζευγάρι, ευχαρίστησα θερμά τον πατέρα της νύφης για την πρόσκλησή του και τον διαβεβαίωσα ότι ήταν το καλλίτερο γαμήλιο τραπέζι από όσα είχα παρευρεθεί. Και το εννοούσα. Απόδειξη, το θυμάμαι ακόμη ζωντανά κι ας έχουν περάσει κάμποσα χρόνια.   

330. Τι σύμπτωση!

Οι ευτυχείς συμπτώσεις αποδίδονται στη θεϊκή παρέμβαση ή στη ρέντα.
Οι ατυχείς φορτώνονται στην ανθρώπινη μοίρα ή στην κακιά ώρα.
Οι αναπάντεχες στον…σατανά (διαβολική σύμπτωση, λέμε).

Η ύπαρξη καθενός από εμάς οφείλεται σε μια απέραντη σειρά ευτυχών συμπτώσεων που άρχισαν με την εμφάνιση της ζωής στη γη (κι αυτή προϊόν σειράς συμπτώσεων), φθάνουν μέχρι την στιγμή της ανάγνωσης αυτών των γραμμών και συνεχίζονται μέχρι τον θάνατό μας.