Φίλε επισκέπτη,

Καλωσόρισες στο ιστολόγιό μου .

Είμαι ο Άρης Γαβριηλίδης γεννημένος το 1948 στον Πειραιά. Σπούδασα οικονομικά στην Νομική Αθηνών και σταδιοδρόμησα ως διευθυντικό στέλεχος σε ναυτιλιακές τράπεζες και επιχειρήσεις. Τώρα ασχολούμαι αποκλειστικά με τις δύο παλιές μου αγάπες: τη συγγραφή βιβλίων και την μικρογλυπτική (readymade, assemblance art)

Εδώ καταγράφω όσες από τις σκέψεις μου θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευτούν. Εκθέτω επίσης φωτογραφίες από τα τεχνουργήματά μου, παρμένες από την "γκαλερί" της προσωπικής μου ιστοσελίδας: http://www.arisgavriilidis.gr/

Διευκρίνιση: ο τίτλος του blog, Aris-tourgimata, δεν οφείλεται σε οίηση αλλά σε λογοπαίγνιο: συνδυάζει το όνομά μου (Άρης) με τα δημι-ουργήματά μου (σκέψεις και τεχνουργήματα).

Φίλε επισκέπτη, ελπίζω να βρεις το ιστολόγιό μου ενδιαφέρον. Το σχόλιά σου ευπρόσδεκτα.

Σε περιμένω και:

Στην ιστοσελίδα μου: http://arisgavriilidis.gr/
στο Facebook: Aris Gavriilidis
στο Twitter: @agavriel1

EMAIL

422. Το απρόσμενο τέλος


Όταν ζω μια ευχάριστη κατάσταση ή μια ανέμελη περίοδο της ζωής μου σχεδόν ποτέ δεν μπορώ να ξέρω πότε θα τελειώσει. Το τέλος της έρχεται συχνά με αναπάντεχο τρόπο. Σκέφτομαι πόσες φορές έχει συμβεί κάτι για τελευταία φορά, σ’ εμένα ή σε κάποιον άλλο. Χωρίς όμως ούτε εγώ ούτε ο άλλος να είχαμε υποπτευθεί ότι αυτό το κάτι μάς συνέβαινε για τελευταία φορά. Το μαθαίναμε  αργότερα, εκ των υστέρων.  Για παράδειγμα, όταν πριν δυο εβδομάδες συναντήθηκα με τον φίλο μου, τον Ζαφείρη, δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα γιατί την επόμενη ημέρα έπαθε καρδιακή προσβολή.

Το συμπέρασμα είναι ότι η ημερομηνία λήξης οποιασδήποτε ευχάριστης κατάστασης είναι απροσδιόριστη. Αυτό κάνει την σημασία τού «enjoy it while it lasts» (απόλαυσέ το όσο διαρκεί) ακόμη μεγαλύτερη.
(Από το βιβλίο μου "Αντίο, Άγχος!")

421. Παλιό καφενείο (5/5)

Στην επαρχία, στα καφενεία γίνονταν οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Ο κινηματογραφιστής με την φορητή μηχανή, η καραγκιοζοποπαίχτης, τα θεατρικά μπουλούκια, στο καφενείο εύρισκαν στέγη, όπως μαρτυρά και ο "Θίασος" του Αγγελόπουλου (εικονίζεται το καφενείο της Άμφισσας όπου γυρίστηκε η σκηνή).
      Το καφενείο στα απόμερα χωριά ήταν κάποτε το "κέντρο διερχομένων". Ο επισκέπτης εκεί απευθυνόταν για να ενημερωθεί και να φάει πρόχειρα δυο αυγά τηγανητά.   
      Η κοινωνική συνεισφορά του καφενείου συνδέεται με την κοινωνική διάσταση του καφέ. Είναι ο «καφές της παρηγοριάς» μετά τις κηδείες. "Κερνούσες ούζα / και κονιάκ στο καφενείο" τραγουδούσαν οι Κατσιμιχαίοι. Η πρόφαση για προσφορά φιλοδωρήματος (ενίοτε και λαδώματος) «κι αυτά για ένα καφέ». Το φάρμακο στην στενοχώρια «για να πάνε κάτω τα φαρμάκια» και αντίδοτο στο μεθύσι με ένα σκέτο καφέ.  Η συντροφικότητα και το ζεστό κλίμα που αναδύεται πίνοντας ένα καφέ με φίλο ή με παρέα, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από άλλα ποτά π.χ. τσάι. Ο καφές είναι τo κατεξοχήν κέρασμα του επισκέπτη στον επαγγελματικό χώρο. Είναι όμως και το πρώτο δείγμα φιλοξενίας στο σπίτι. Η πρόσκληση «για καφέ» στο φλερτ. Αλήθεια, πόσες ερωτικές ιστορίες άρχισαν, πόσοι γάμοι έγιναν, πόσα παιδιά γεννήθηκαν ξεκινώντας από «ένα καφέ»;
      Δύσκολη η δουλειά του καφετζή. Αξημέρωτα άνοιγε το μαγαζί, κοντά μεσάνυχτα το έκλεινε. Έβαζε τότε τις ψάθινες καρέκλες πάνω στα ξύλινα τραπέζια με το μάρμαρο και σκούπιζε το πάτωμα για να είναι καθαρό την άλλη μέρα. Γι' αυτόν δεν υπήρχαν Σαββατοκύριακα, γιορτές και σχόλες. Παραμονή πρωτοχρονιάς, ξενυχτούσε, αφού για ένα βράδυ, με την ανοχή της αστυνομίας, παίζανε τριανταμία, πλακάκια, πόκα, ή μπαρμπούτι. 
      Πριν λίγα χρόνια  πήγα διακοπές στην Νάξο. Μπαίνοντας στην Απείρανθο πήρα σβάρνα όλες τις καφετέριες ζητώντας καφέ στο μπρίκι. Δεν είχε ούτε μια. Σέρβιραν εκείνο τον απαίσιο που έπινα στο ΚΨΜ στο στρατό, βρασμένο στιγμιαία στο ρύγχος του ατμού. Τελικά βρήκα στο ωραίο μαγαζί του Λευτέρη.  "Καθίσαμε στο ίδιο καφενείο..../ Είχε μονάχα νεσκαφέ, τέρμα το μπρίκι / στο διπλανό τραπέζι ούζο με φιστίκι" διαπίστωνε από καιρό η Αρλέτα.
      Το παραδοσιακό καφενείο πέθανε από χρόνια. Την θέση του πήρε η γνωστή καφετέρια.  Κι όμως, σε κάποιες γωνιές της Ελλάδας υπάρχουν ακόμη, δίνοντας την στερνή μάχη με τον χρόνο. Ας τα ανακαλύψουμε.
-τέλος-

420. Το παλιό καφενείο (4/5)


Στη θερινή ραστώνη, η ζέστη του ήλιου έφερνε αποχαύνωση.  Αυτή αποτυπωνόταν στον τρόπο που κάθονταν κάποιοι θαμώνες. Αραχτοί σε δύο καρέκλες, η δεύτερη ακουμπιστήρι για τα πόδια. Ενίοτε μια τρίτη υποβάσταζε τη μασχάλη. Σε φιλικό κύκλο, κάποιοι κάθονταν ανάποδα με την ράχη της καρέκλας μπροστά. 
      Από τα καφενεία παρέλαυναν καθημερινά διάφοροι πλανόδιοι. Φωτογράφοι, που απαθανάτιζαν σε ασπρόμαυρο την παρέα, λαχειοπώλες, κουλουρτζήδες, φιστικάδες ("και μονά-ζυγά παίζω"), λοταριατζήδες,  λούστροι, γυρολόγοι, επιτήδειοι, τάχα ξέμπαρκοι ναυτικοί που πουλούσαν λαθραίους αναπτήρες, ρολόγια και υφάσματα. Δεν έλειπαν και οι σαλοί της περιοχής, όπως ο Κατάσκοπος με το βαλιτσάκι, ο Τρελομαραμένος με τον σουγιά, ο Γόης με το τσουβάλι κι ο Κώστας που, πάντα αμίλητος, τσαλαβουτούσε με τα παπούτσια στους νερόλακκους του δρόμου. Οι θαμώνες τους πείραζαν. 
      Ανέκαθεν τα καφενεία ανά την επικράτεια είχαν μεγάλο κοινωνικό ρόλο. Δεν υπάρχει Ελληνική γωνιά που να μην έχει το δικό της. Εκεί λειτουργούσε άτυπα η αρχαία "εκκλησία του δήμου". Προσφιλές και συνηθέστερο θέμα, η πολιτική, με δεύτερο το ποδόσφαιρο. Καθένας έλεγε την άποψή του, το μακρύ και το κοντό του, διαφωνούσε, καυγάδιζε, έβγαζε τα απωθημένα του, κάκιωνε με τους αντιφρονούντες, φίλιωνε και όλοι μαζί ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις. Χαρακτηριστική η εμπειρία Αγγλίδας συγγραφέως σε καφενείο της Κρήτης: "Φώναζαν άγρια, τσακώνονταν μεταξύ τους. Ήσαν έτοιμοι να σφαχτούνε. Τρόμαξα. Ξαφνικά ηρέμησαν, άρχισαν να πίνουν και να τραγουδούν".
      Ας θυμηθούμε και τον χωρισμό σε γαλάζια και πράσινα καφενεία μιας εποχής. Σε προεκλογικές περιόδους, οι υποψήφιοι κατέφευγαν στα καφενεία της περιφέρειάς τους για να μιλήσουν στους "πελάτες" τους. Την ημέρα των εκλογών, τα μεγάλα καφενεία μετατρέπονταν σε εκλογικά κέντρα με τα τραπεζοκαθίσματα  στοιβαγμένα στη γωνιά.
      Το καφενείο ήταν ο τόπος συνάντησης φίλων ή γνωστών "πέρνα το βράδυ από το καφενείο να τα πούμε". Γι' αυτό και η επωνυμίες τους ήσαν συχνά "η συνάντηση", "των φίλων" κλπ. Ο Ορφέας Περίδης για μια τέτοια παρέα τραγουδούσε "Στο καφενείο στην Κυψέλη / ανταμώσανε τα μέλη / ούζο, τσιγάρο, τέλη Σεπτέμβρη".
      Για πολλούς ήταν το μόνιμο στέκι, ήξεραν οι άλλοι πού αλλά και την ώρα που θα τον βρουν, ειδάλλως ο καφετζή τους ενημέρωνε.  "Στο καφενείο έχουν δυο μήνες να τον δουν / Με την καλή του έχουν άλλο τόσο να βρεθούν" τραγουδά ο Νίκος Πορτοκάλογλου για κάποιον χαμένο θαμώνα.
     Ωρισμένα επαγγέλματα είχαν τα δικά τους καφενεία, όπως οι καλλιτέχνες στην Ομόνοια. Υπήρχε και το περίφημο καφενείο "των κυνηγών" απέναντι από το Δημοτικό θέατρο, στον Πειραιά. Κάποια μεγάλα διέθεταν και μπιλιάρδο.
-συνεχίζεται-

419. Το παλιό καφενείο (3/5)

Το καφενείο διέθετε και ναργιλέ (τουρκ. nargile). Τον παράγγελναν μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι, μάλλον πρόσφυγες, που τον κάπνιζαν αμίλητοι και σοβαροί. Χάζευα τις μπουρμπουλήθρες που σχηματίζοντας μέσα στο γυάλινο δοχείο με το νερό. Επιτυχία του ναργιλέ ήταν ο πολύ ψιλοκομμένος καπνός, το τουμπεκί  (τουρκ. tombeki), που ήταν δουλειά του ταμπή. Στο τουμπεκί οι χασικλήδες, στους τεκέδες, πρόσθεταν χασίσι. Στην αργκό, το "κάνε τουμπεκί" σήμαινε "σώπα". Στην εποχή μας, ο ναργιλές ήλθε πάλι στη μόδα και τον καπνίζουν νεαροί σε κάποια μαγαζιά που τον διαθέτουν
      Οι θαμώνες συζητούσαν, διάβαζαν εφημερίδα, έπαιζαν τάβλι έχοντας συχνά γύρω τους θεατές που σχολίαζαν φωναχτά τις κινήσεις τους.  Έπαιζαν και χαρτιά, κυρίως κολιτσίνα, ξερή, σκαμπίλι, ραμί, αβησσυνία, και πρέφα. "Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ / τσιγάρο, πρέφα και καφέ", τραγουδούσε ο Χατζής.  Ο χαμένος της παρτίδας κερνούσε τους  καφέδες ή τα ούζα.
      Το καλοκαίρι, η δράση του καφενείου μεταφερόταν έξω. Τα  τραπεζάκια του απλώνονταν στην πλατεία, στην σκιά των πανύψηλων ευκάλυπτων. Αυτή την ευκαιρία περιμέναμε και εμείς, τα αγόρια της γειτονιάς για να κάνουμε ανεφοδιασμό. Περνώντας τάχα αδιάφοροι ανάμεσα από τα τραπεζάκια μαζεύαμε από κάτω τα μεταλλικά καπάκια των αναψυκτικών που πετούσαν τα γκαρσόνια και τα άδεια κουτιά από τσιγάρα που πετούσαν οι θαμώνες.
Τι τα κάναμε; Μα, παιχνίδια φυσικά. Τα καπάκια στόλιζαν το πατίνι καρφωμένα επιδέξια στο όρθιο σανίδι του. Με ένα καπάκι ο καθένας παίζαμε στο ρείθρο του πεζοδρόμιου τινάζοντάς το μπροστά με τα δάχτυλα. Προσπαθούσαμε να ρίξουμε έξω το καπάκι του αντιπάλου μας χωρίς να πέσει το δικό μας. Όποιος έφτανε πρώτος στο τέρμα έκανε ένα "ρούμπο" (αντιδάνειο < ιταλ. rombo, < ελλ. ρόμβος). Κι ακόμη το καπάκι αναψυκτικού ήταν νομισματική μονάδα σε άλλα παιχνίδια.
   Και το τσιγαρόκουτο; Τότε κυκλοφορούσαν αποκλειστικά κασετίνες. Κρατούσαμε μόνο το πάνω μέρος από το καπάκι με την εικόνα. Με ένα πάκο από διαφορετικές μάρκες στο χέρι, σαν τραπουλόχαρτα, καθόμασταν με τον συμπαίκτη στο πεζοδρόμιο και ρίχναμε διαδοχικά από ένα "φύλλο". Αυτός που έριχνε ίδιο με το τελευταίο κέρδιζε όλο τα πακέτο που ήταν κάτω. Κι ακόμη πετούσαμε  από απόσταση ένα "φύλλο" στην ρίζα ενός τοίχου. Όποιος πλησίαζε πιο κοντά στον τοίχο έπαιρνε εκείνο του αντιπάλου.
-συνεχίζεται-

418. Το παλιό καφενείο (2/5)


Οι πελάτες ήσαν αποκλειστικά άνδρες, οι πιότεροι μουστακαλήδες σύμφωνα με την τοτινή μόδα. Αποτελούνταν από τους εγαζόμενους που έρχονταν μετά την δουλειά, οι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι και οι χασομέρηδες, κοινώς καφενόβιοι.
Τις Κυριακές με τα καλά τους, κουστουμάκι, (έστω τριμμένο και "γυρισμένο"), γραβάτα και  τραγιάσκα ή καπέλο (από το πιλοποιείον του Πουλόπουλου, στο Θησείο, γνωστό και ως Πιλ-Πουλ). Από πάνω παλτό ή καπαρντίνα αφού το κατάστημα δεν διέθετε θέρμανση και μια σόμπα στο κέντρο αδυνατούσε να ζεστάνει την μεγάλη σάλα. Το κρύο που έτσουζε έξω εύκολα διαπερνούσε τα μονά τζάμια, τις χαραμάδες και την πόρτα που ανοιγόκλεινε συνέχεια. Στο κρύο αυτό αναφέρεται κι ο στίχος του Νίκου Γκάτσου "Βοριάς και κρύο έξω φυσάει / κι ο καπετάνιος στο καφενείο / καπνό μασάει". Κατά τις τρεις η ώρα, η βαβούρα από τις ομιλίες και οι θόρυβοι από τα πούλια που χτυπιόνταν με μανία πάνω στο τάβλι κόπαζαν κι όλοι έστηναν αυτί να ακούσουν "την μπάλα" από το ραδιόφωνο πάνω στο ράφι.
       Το σκηνικό περιγράφει ωραία ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στους στίχους "Το λαϊκό το καφενείο / έχει μια πόρτα που όλο τρίζει / κι από το τζάμι μπαίνει κρύο / που μας θερίζει. / Όλες τις μέρες είναι άδειο / τις Κυριακές κάργα ως τη σκάλα / γιατί ανοίγουμε το ράδιο / κι ακούμε μπάλα. / Οι τακτικοί του οι πελάτες / ο χωροφύλακας ο Αντρέας / πέντ' έξι άνεργοι εργάτες / και ο κουρέας. / Κι εγώ που λες, παιδάκι πράμα / πότε ταμπής, πότε γκαρσόνι / χρόνια να καρτερώ το θάμα / που δε ζυγώνει"
       Ο πελάτης καλούσε με παλαμάκια το γκαρσόνι, που αποκρινόταν με το χαρακτηριστικό «έφτασέεεεε». Οι τακτικοί θαμώνες δεν χρειάζονταν να παραγγείλουν καφέ γιατί το γκαρσόν ήξερε πώς τον πίνουν. Όταν η παραγγελία καθυστερούσε να έλθει, ο ανυπόμονος πελάτης διαμαρτυρόταν «τι θα γίνει, ρε Μπάμπη, με εκείνο τον καφέ; Κόκαλα έχει;». Το «έφτασέεεεε...» του καφετζή και το «αυτό το τυχερό λαχείο ποιος θα το πάρει;» του τυφλού λαχειοπώλη στην Ομόνοια, έχουν μείνει στην νεοελληνική ιστορία.
       Σε λίγο κατέφτανε αχνιστός ο καφές, σε χοντρό φλιτζάνι, για να μην κρυώνει γρήγορα, σπάνια σε κρασοπότηρο, αν το ζητούσαν. Η πρώτη κίνηση του πελάτη ήταν να ανάψει τσιγάρο, αφού, όπως έλεγε ο πατέρας μου, "ο ρουφιάνος του τσιγάρου είναι ο καφές".  Ύστερα τραβούσε μια θορυβώδη ρουφηξιά από τον ζεματιστό καφέ και πλατάγιζε ηδονικά την γλώσσα του. Με μικρές, αργές γουλιές, κουβέντα και τσιγάρο, τον έφτανε μέχρι τον πάτο. Ο θεριακλής έριχνε λίγο νερό πάνω στον ντελβέ (τουρκικά telve), δηλαδή το κατακάθι, το ανακάτευε λίγο περιστρέφοντας το φλιτζάνι και το έπινε. Τον βραστό καφέ ο ταμπής τον έριχνε από ψηλά στο φλιτζάνι και σχηματίζονταν φουσκάλες, ενώ οι άλλοι είχαν ένα παχύ, βελούδινο καϊμάκι (τουρκιστί kaymak).  
-συνεχίζεται-

417. Το παλιό καφενείο (1/5)

         Χειμώνας του 1955, Κυριακή μεσημέρι. "Πήγαινε να φωνάξεις τον μπαμπά από το καφενείο. Το φαί είναι έτοιμο, πες του", μου παράγγειλε η μάνα μου.
       Σε δυο λεπτά βρισκόμουν στην είσοδο του μεγάλου, τρίφατσου καφενείου της πλατείας, με τις τζαμένιες βιτρίνες. "Καφενείον - Το Διεθνές- Ανδρέας Καλαφάτης" έγραφε η ξύλινη ταμπέλα πάνω από την είσοδο.
       Ανοίγοντας την πόρτα πήρα μια πρόγευση από αγγελοπουλικό "τοπίο στην ομίχλη" και φωσκολικό "ορατότης μηδέν". Το ντουμάνι από τα τσιγάρα και τους ναργιλέδες κυριαρχούσε. Μέσα από τα λευκά νέφη μπόρεσα, στο βάθος, να διακρίνω την φιγούρα του πατέρα μου, που έπαιζε τάβλι. Ακολουθώντας τον στενό διάδρομο, ανάμεσα στα τραπέζια με τις ψάθινες καρέκλες και πατώντας γόπες, άδεια κουτιά από τσιγάρα και μεταλλικά καπάκια αναψυκτικών τον πλησίασα. Με είδε και έκανε σινιάλο  ότι έρχεται.
       Στα λίγα λεπτά της παρουσίας μου εκεί, η φωτογραφική μου μνήμη κατέγραφε κάθε λεπτομέρεια. Στο βάθος, πίσω από τον πάγκο, ο ταμπής, ο βασιλιάς του καφενείου. Όρθιος με τα μπρίκια του (τουρκιστί imbrik), πάνω στη χόβολη, που την ετοίμαζε από βραδύς στο μικρό τζάκι του, δεχόταν φωναχτά τις παραγγελίες από τα γκαρσόνια με τις άσπρες ποδιές, δοσμένες στην ακαταλαβίστικη σε μένα ορολογία του τότε τούρκικου και νυν ελληνικού καφέ: γλυκύ βραστός, βαρύ γλυκός, ναι και όχι, πολλά βαρύς, μέτριος βαρύς, και πάει λέγοντας. Βασικό εργαλείο του ήταν το κουταλάκι, πολύ μικρό για να μετρά με ακρίβεια τις δόσεις του καφέ και της ζάχαρης. Για παράδειγμα, ο βαρύ γλυκός ήθελε τρεις καφέ και τέσσερεις ζάχαρη, ο πολλά βαρύ γλυκός τέσσερεις καφέ και έξι ζάχαρη, ενώ ο μέτριος βαρύς τρεις καφέ και τρεις ζάχαρη.
       Πιο δίπλα, ο βοηθός του, ο παραταμπής, έπλενε στο χέρι τα φλιτζάνια (τουρκικά filcan), και τα ποτήρια που τα γέμιζε νερό της βρύσης (εμφιαλωμένο δεν υπήρχε, Καραντάνη Λουτρακίου έπιναν κυρίως οι νεφροπαθείς) και τα έβαζε στο δίσκο στην σειρά. Από εκεί τα έπαιρναν τα γκαρσόνια μαζί με τους καφέδες που είχαν παραγγείλει.
       Στον τοίχο μια κάθετη ταμπέλα έγραφε "Τιμολόγιον" και από κάτω τα είδη που σερβίριζε: καφές, τέιον, γκαζόζα, πορτοκαλάδα, λεμονάδα, (κόκα κόλα, σέβεν απ, σπράιτ κλπ ήλθαν πολύ αργότερα), γάλα ποτήρι, γλυκό κουταλιού, λουκούμι, βανίλια (το γνωστό υποβρύχιο), κονιάκ και, φυσικά, ούζο, μπύρα. Δίπλα, με την κιμωλία γραμμένες οι τιμές σε δραχμές και λεπτά.  Πιο δίπλα ένας μεγάλος καθρέφτης και παρακεί κορνίζες που διαφήμιζαν τσιγάρα και αναψυκτικά. Από το ταβάνι κρέμονταν οι λάμπες-σωλήνες φθορίου που έβγαζαν ένα άσπρο, ψυχρό φως.
(συνεχίζεται)

416. Οι φούστες στα μοναστήρια

Η πρακτική της πρόσθετης φούστας που επιβάλλεται στις επισκέπτριες για την είσοδό τους στα μοναστήρια, μολονότι  αναχρονιστική, από μια άποψη έχει την λογική της. Διαφορετικά, πέφτεις στην παγίδα να ορίσεις το άσεμνο ή το μη κόσμιο. Που θα βάλεις το όριο στο γυναικείο παντελόνι; Πόσο κοντό, στενό, εφαρμοστό ή αποκαλυπτικό μπορεί να είναι;

415. "Γεια, χαρά"


Ο χαιρετισμός που απευθύνουμε στους φίλους μας, το «γεια σου», «γεια χαρά» ή σκέτο «γεια» δεν είναι κάποια λέξη που δεν σημαίνει τίποτε όπως το Αγγλοαμερικανικό και το Γαλλικό «hello»ή το Ιταλικό «ciao». Αντίθετα, είναι μεστή νοήματος: η πιο σημαντική ευχή που μπορεί να δώσεις σε κάποιον: «Να έχεις υγεία» ή «να έχεις υγεία και χαρά».

Κι όμως, το «γεια χαρά» έχει φθαρεί τόσο πολύ από την καθημερινή χρήση, που το λέμε χωρίς να καταλαβαίνουμε το νόημά του. Επί πλέον, έχει πάρει και μια «λαϊκή χροιά», κάτι σαν αργκό. Αυτό φαίνεται και από την «μάγκική» της εκδοχή: προσθέτοντας στο τέλος ένα «νταν» έχει γίνει «γεια χαραντάν»!

          (Από το βιβλίο μου "Αντίο, Άγχος!")
 
"Γεια, χαρά!", λοιπόν, υγεία και χαρά, σε όλους για το νέον έτος.



414. Οι αξιότεροι Έλληνες όλων των εποχών

Πριν από καιρό, το κανάλι του Σκάι ζήτησε να ψηφισθούν οι πέντε αξιότεροι Έλληνες όλων των εποχών. Παρέλειψα να συμμετάσχω αλλά θεωρώ τους εξής: Όμηρος, Αριστοτέλης, Μ. Αλέξανδρος, Καραϊσκάκης, Καραθεοδωρή.
Για τους τρεις πρώτους δεν χρειάζονται εξηγήσεις.

Ο Καραϊσκάκης έδωσε σκληρότατες μάχες, έδειξε ασύλληπτη ανδρεία και  στρατηγικές ικανότητες μολονότι έπασχε από φυματίωση και υφίστατο ηθική εξαθλίωση από το κυνηγητό και την δίκη που του έστησε ο Μαυροκορδάτος. Με αυτή την έννοια είναι ανδρειότερος και του Λεωνίδα, και όλων των άλλων Ελλήνων πολεμιστών που πολέμησαν  όντες υγιείς, με δεδομένη σε όλους βέβαια την απόφαση να θυσιαστούν για την πατρίδα.

Ο μαθηματικός Καραθεοδωρή θεωρώ πως είναι το απαύγασμα του επιστημονικού πνεύματος στην νεώτερη Ελλάδα, ξεπερνώντας κατά πολύ κάθε άλλο μη αρχαίο Έλληνα επιστήμονα.  Η επιστολή του Αϊνστάιν προς αυτόν, το 1916, είναι χαρακτηριστική: «Αν θέλετε να μπείτε στον κόπο να μου εξηγήσετε ακόμα και τους κανονικούς μετασχηματισμούς θα βρείτε έναν ευγνώμονα και ευσυνείδητο ακροατή. Αν όμως λύσετε και το πρόβλημα των κλειστών γραμμών του χρόνου, θα σταθώ μπροστά σας με σταυρωμένα χέρια. Πίσω από αυτό υπάρχει κρυμμένο κάτι που είναι αντάξιο του ιδρώτα των καλυτέρων.»

Εν γνώσει μου αδικώ τους ογκόλιθους των μαθηματικών και της μηχανικής: Πυθαγόρας, Αρχιμήδης, Ερατοσθένης κλπ. Άλλωστε, είναι τόσοι πολλοί που αδυνατώ να επιλέξω ένα.

Τελικά, εμείς, οι Έλληνες, καταγόμαστε από μεγάλο τζάκι... 

413. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ

(Εικονίζεται το έργο μου "Οι τρεις Μάγοι" από την συλλογή "Μπουκάλια")

412. Η εκδίκηση του αλλαντοποιού

"Χωρίς πτώμα, φόνος δεν υπάρχει", μονολόγησε με σαρδόνιο χαμόγελο ο απατηθείς αλλαντοποιός.

(Διήγημα-μινιατούρα απο την συλλογή μου "Διηγήματα της μιας ανάσας")

411. ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ ΚΑΤΑΔΥΣΕΩΝ


ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ 2004: Καταδύσεις
Ο αθλητής είναι έτοιμος να βουτήξει με απαράμιλλο στυλ.  Κρίμα, όμως, θα καταταγεί τέταρτος. Στους επόμενους Ολυμπιακούς ίσως είναι πιο τυχερός…
OLYMPICS 2004: Diving.
The athlete is ready to dive with an impeccable style. Regrettably, he will rank only forth. He may be luckier in the next Olympics…
(Το έργο μου αυτό είναι από την συλλογή "Τιρμπουσόν΄" στη σειρά "Ολυμπιακοί 2004")


410. Ένα αίνιγμα για τον Σέρλοκ Χολμς

Το μάτι μου έπεσε σε μια φωτογραφία Ελληνικού περιοδικού, του Αμερικανού οικονομολόγου Ντ. Κάμπελ, επισκέπτη στην χώρα μας. Στεκόταν στο κέντρο ενός εμπορικού δρόμου, κρίνοντας από την πληθώρα των μαγαζιών που τον περιέβαλαν. Ναι, αλλά σε ποια πόλη, ποιας χώρας; Όλες οι πινακίδες ήσαν γραμμένες αποκλειστικά στα Αγγλικά. Δεν έμοιαζε όμως ούτε με Λονδίνο, ούτε με Νέα Υόρκη, ή Μελβούρνη. Εξ άλλου, τους διαβάτες μάλλον για Ελληνόφατσες τους έκοβα. Μπερδεύτηκα. Κοίταζα και ξανακοίταζα την φωτογραφία μπας και βρω κάποιο στοιχείο που θα μου έλυνε το μυστήριο.

Ξαφνικά το βρήκα. Στο κέντρο της εικόνας, δίπλα από τον αριστερό αγκώνα του εικονοζόμενου, μόλις που διακρινόταν ένα πράσινο καροτσάκι πλανόδιου πωλητή. Με τον μεγεθυντικό φακό, σαν άλλος Σέρλοκ Χολμς διέκρινα πάνω του τη λέξη ΣΑΛΕΠΙ. Α, στην Ελλάδα είμαστε λοιπόν. Έδειξα την φωτογραφία στη γυναίκα μου. «Μα, αυτή είναι η Ερμού» με διαφώτισε. Μια Ερμού πνιγμένη από πινακίδες με γνωστές και άγνωστες (σε μένα) φίρμες ρούχων και καταναλωτικών προϊόντων. Ούτε ίχνος Ελληνικής επιγραφής.  Την υπόληψή της Ερμού έσωσε ο περαστικός…σαλεπιτζής.

Η εικόνα μού θύμισε την Ελλάδα. Η Ερμού με τα ακριβότερα νοίκια της Ευρώπης χέρι-χέρι με την Ελλάδα της χλιδής. Σε εφημερίδα της ίδιας μέρας κάτω από τον τίτλο «Πώς και γιατί εξαφανίσθηκαν οι φίρμες πολυτελείας από το κέντρο της Αθήνας» διάβασα «Ραγδαίες ανακατατάξεις έχει επιφέρει η κρίση στην αγορά των επωνύμων ειδών ένδυσης και υπόδησης, όπως αποκαλύπτει μία βόλτα στους δρόμους του Κολωνακίου, την έως πρότινος κεντρική αγορά για τα είδη πολυτελείας και όχι μόνο, στο κέντρο της Αθήνας».

Sic transit gloria mundi. 'Η, αλλιώς, "το διάλλειμα τέλειωσε, τα κεφάλια μέσα" που λέει το ανέκδοτο...

409. Στου βράχου την σχισμάδα

Βλέπω στη ρίζα της μάντρας, μέσα από την σχισμή του τσιμέντου, να βγαίνει ο λεπτός, σαν σπιρτόξυλο, κορμός ενός πεύκου. Πασχίζει να επιζήσει, να μεγαλώσει, διεκδικώντας μια θέση στον ήλιο. 
Μου θυμίζει αυτούς που ξεκίνησαν να «γίνουν κάτι» με πενιχρότατα υλικά εφόδια.

408. Ο Πυθαγόρειος κύριος Νίκος

Θυμάμαι πάντα την παραίνεση των Πυθαγορείων "Αισχύνεο σαυτόν", που σημαίνει "να σέβεσαι τον εαυτό σου".
Την περασμένη εβδομάδα, ο εβδομηντάχρονος Νίκος Δ., συνταξιούχος αστυνομικός και γεροντοπαλίκαρο, μου έλεγε ότι στo μαγαζί που άνοιξε στη γειτονιά του, υπάρχουν πολλές ωραίες γυναίκες, ανάμεσά τους και μικρές κοπέλες, που όμως "δεν τις πονηρεύομαι επειδή σέβομαι τον εαυτό μου»! Να και Πυθαγόρειος ο κύριος Νίκος! 

(Εικονίζεται το έργο μου "Πυθαγόρας". Βρήκα πεταμένο ένα σπασμένο κομμάτι από μαντέμι. Το διαφανές βερνίκι ζωντάνεψε το χρώμα της σκουριάς. Η προσθήκη λίγων γραμμάτων το μετέτρεψε σε "Πυθαγόρειο Θεώρημα". 
I picked from the street this broken piece of iron. The transparent varnish revived the color of the rust. The addition of the letters c2=a2+b2 converted it to the illustration of the famous “Pythagorean Theorem”.) 

407. Σπίτια πολεοδόμων


Λένε πως αν θες να δεις το ωραιότερο μέρος κάποιου τόπου, πήγαινε στο μοναστήρι του.

Εγώ λέω πως αν θες να δεις το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο σπίτι κάποιου τόπου, πήγαινε στο σπίτι του διευθυντή πολεοδομίας της περιοχής. Οι υπερβάσεις συντελεστών το έχουν κάνει το μεγαλύτερο και τα φακελάκια το πολυτελέστερο.
(Διευκρίνιση: η φωτογραφία δείχνει μοναστήρι, όχι σπίτι πολεοδόμου, ούτε πολιτικού...) 

406. ΠΑΙΔΟΤΟΠΟΙ



Ένα "καρτουνίστικο" σχόλιο πάνω στη διαχρονική εξέλιξη των παιδότοπων (από πάνω προς τα κάτω). Ιδέα δική μου, σκίτσο της αρχιτέκτονος Κατερίνας Χειμωνάκη, που όταν το φιλοτέχνησε ήταν μαθήτρια γυμνασίου και τώρα μανούλα, οπότε το  θέμα την αφορά άμεσα.
 
 The evolution of children playing fields (from top to bottom).
 
(Από την συλλογή μου "Γελοιογραφίες")

405. Σκυλί με τρια ποδάρια

Τον ξύπνησε το αδύνατο γαύγισμα. Μισάνοιξε το καπάκι του χαρτοκιβώτιου και έριξε μια ματιά έξω. Οι πρώτες νιφάδες άσπριζαν το πεζοδρόμιο. Το είδε που ερχόταν παραπατώντας. Έλειπε το μπροστινό δεξί ποδάρι του. Τον κοιτούσε φοβισμένο.
Άνοιξε την τελευταία κονσέρβα. Την άδειασε κάτω από την μουσούδα του. Tην έκανε μια χαψιά.
Το κρύο δυνάμωνε. Έπιασε τα δεκανίκια και σύρθηκε έξω. Ακουμπώντας στο δέντρο στήθηκε όρθιος. Κίνησε.
Τον πήρε από πίσω.    
Ένας άνθρωπος και ένα σκυλί. Τέσσερα, όλα μαζί, ποδάρια.
Το χιόνι πύκνωνε.

404. Εγκλήματα τραπεζών (4/4)


Έγκλημα τέταρτο
Η απληστία των τραπεζών τις ώθησε να σκαρφιστούν ένα ακόμη τρόπο για να κερδοσκοπήσουν εις βάρος των πελατών τους, παραπλανώντας τους.
Τους έλεγαν: έχεις μια κατάθεση 100.000 ευρώ.
Αν  τα βάλεις σε προθεσμιακό λογαριασμό ενός μηνός θα σου δώσω επιτόκιο π.χ. 3% ετησίως.
Μπορώ όμως να σου αυξήσω το επιτόκιο σε 8% αν βάλεις στοίχημα ότι η ισοτιμία ευρώ /δολάριο κατά την τελευταία ημέρα του μηνός δεν  θα υπερβαίνει μια προκαθορισμένη ισοτιμία.
1η περίπτωση: Αν δεν την υπερβεί θα λάβεις  το κεφάλαιό σου και τον τόκο με 8% σε ευρώ.
2η περίπτωση: Αν  την υπερβεί θα τα λάβεις σε δολάρια, στην προκαθορισθείσα ισοτιμία (και όχι σε αυτήν που ισχύει στο τέλος του μηνός όπως θα συνέβαινε χωρίς το στοίχημα).
Ο καταθέτης, δελεασμένος από το επιτόκιο του 8%, δέχεται την συναλλαγή χωρίς όμως να συνειδητοποιεί τον  ρίσκο του. Νομίζει πως αν συμβεί η 2η περίπτωση το κεφάλαιό του παραμένει ανέπαφο, μόνο που έχει θα μετατραπεί σε δολάρια. Μεγάλη πλάνη. Θα ίσχυε αυτό μόνο αν η μετατροπή γινόταν στην ισοτιμία που ισχύει την ημέρα της μετατροπής και όχι στην προκαθορισθείσα. Στην πραγματικότητα όμως αυτό δεν συμβαίνει αφού η μετατροπή  γίνεται στην προκαθορισθείσα ισοτιμία. Μετά την μετατροπή, αν λογαριάσει τα δολάριά του με την τρέχουσα ισοτιμία (και όχι την προκαθόρισθείσα) θα διαπιστώσει πως το ισόποσό τους είναι  λιγότερο από 100.000 ευρώ.
Για να του χρυσώσει το χάπι η  τράπεζα του λέει: έλα να ξαναπαίξουμε το παιχνίδι από την ανάποδη τώρα, δηλαδή από τα δολάρια στα ευρώ αφού βεβαίως σου δώσω παραπάνω επιτόκιο για την κατάθεσή σου.
Έτσι η τράπεζα βάζει τον άσχετο με το συνάλλαγμα πελάτη της να στοιχηματίζει σε κάτι που αγνοεί. Φυσικό είναι να χάνει, εκτός κι αν σταθεί τυχερός.
Έκανα την εξής ερώτηση σε φίλο μου, φιλόλογο, που κληρονόμησε κάποια λεφτουδάκια από τον πατέρα του και η τράπεζά του τον έπεισε να μπει σε αυτό το παιχνίδι:
«Δεν μου λες, Κοσμά, αν σου έλεγα να  παίξουμε ένα παιχνίδι: Θα σου δώσω 5.000 ευρώ. Αν  σε ένα μήνα η ισοτιμία ευρώ / δολαρίου είναι μέχρι 1.32 δεν θα μου οφείλεις τίποτε και τα λεφτά θα παραμείνουν δικά σου. Αν όμως την υπερβεί, τότε εσύ θα μου δώσεις 7.000 ευρώ. Όσο πιο μεγάλη είναι η υπέρβαση τόσο πιο πολλά λεφτά θα μου δώσεις. Δέχεσαι;»
Χωρίς να διστάσει απάντησε αρνητικά.
«Μα, αυτό που κάνεις με την τράπεζα είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Η μόνη διαφορά είναι πως δεν υπάρχει κατάθεση». 
«Τότε η τράπεζα γιατί το κάνει με κατάθεση;» απόρησε.
«Για να σε παραπλανήσει, βρε ανόητε. Διαφορετικά θα αρνιόσουν, όπως αρνήθηκες και την δική μου πρόταση».

Τα εγκλήματα των τραπεζών που ανέφερα δεν είναι τα μόνα. Έχουν διαπράξει πολύ περισσότερα. Είναι εγκλήματα χωρίς τιμωρία.
Θυμηθείτε τα τοξικά προϊόντα που δημιούργησαν με την εντελώς ηλίθια συμπεριφορά τους οι Αμερικανικές τράπεζες σκορπίζοντας απλόχερα στεγαστικά δάνεια σε όποιον είχε μια μύτη κι ένα στόμα. Στηρίζονταν, βλέπεις, στην εικασία πως οι αξίες των ακινήτων θα αυξάνονται διαρκώς, στο διηνεκές. Κάτι τέτοιο δεν  συνέβη φυσικά, η φούσκα έσκασε και τα θραύσματα σκόρπισαν σ’  όλο τον κόσμο.
Όταν  ρώτησαν τον πρόεδρο μιας από αυτές τις Αμερικάνικες τράπεζες γιατί το επέτρεψε αυτό, απάντησε: «όσο η μουσική παίζει είσαι υποχρεωμένος να χορεύεις», δηλαδή, όσο υπάρχει κέρδος από αυτή την αυτοκτονική συμπεριφορά είσαι υποχρεωμένος να μη σταματάς και να υποκρίνεσαι πως δεν βλέπεις την επερχόμενη καταστροφή. Η γιαγιά μου έλεγε το ίδιο πράγμα με μια παροιμία: «πώς πάνε οι στραβοί στον Άδη; Ο ένας πίσω από τον άλλο»!
Άν συνασπισθούν οι πελάτες των τραπεζών που ζημιώθηκαν επειδή εκείνες εκμεταλλεύθηκαν την προφανή και αυταπόδεικτη άγνοιά τους σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, είμαι βέβαιος πως έχουν το νομικό έρεισμα να απαιτήσουν δικαστικώς να τους αποζημιώσουν για την χασούρα που έχουν υποστεί όλα αυτά τα χρόνια.
(τέλος)

403. Εγκλήματα τραπεζών (3/4)


Έγκλημα τρίτο  
Πάμε τώρα σε ένα ακόμη μεγαλύτερο έγκλημα: την μετατροπή του στεγαστικού δανείου από ευρώ σε άλλο νόμισμα με χαμηλότερο επιτόκιο, όπως το Ελβετικό φράγκο. Ήταν προαιρετική μεν αλλά έτσι συμβούλευαν οι τράπεζες τους πελάτες τους να κάνουν.  
Πού είναι το πρόβλημα, θα ρωτήσετε, αφού οι πελάτες γλυτώνουν τόκους με το χαμηλότερο επιτόκιο; Εδώ η απάντηση είναι: «το τυράκι το είδες, την φάκα δεν την είδες;» Η φάκα είναι πως τα εισοδήματά σου είναι σε ευρώ αλλά εσύ ξεπληρώνεις το δάνειο (δόσεις και τόκους) σε Ελβετικά φράγκα. Αυτό το κάνεις μετατρέποντας κάθε φορά τα ευρώ σου σε φράγκα.
Όταν όμως η ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων αλλάζει (που οπωσδήποτε αλλάζει) αν το φράγκο υπερτιμηθεί, τότε θα πρέπει να πληρώνεις περισσότερα ευρώ για να αγοράσεις τα ίδια φράγκα που χρωστάς. Όσο πιο πολύ υπερτιμάται, τόσο πιο πολλά ευρώ πληρώνεις.  
Θα μου πεις, ναι, αλλά όταν το φράγκο υποτιμάται τότε θα χρειάζεσαι λιγότερα ευρώ και έτσι θα κερδίζεις διπλά: και από τον μειωμένο τόκο (λόγω χαμηλότερου επιτοκίου του φράγκου) και από την ισοτιμία. Σύμφωνοι.
Όμως με πια λογική βάζει η τράπεζα ένα γιατρό, δικηγόρο, μηχανικό, αρχιτέκτονα, εκπαιδευτικό, μαγαζάτορα ή υπάλληλο που είναι εντελώς άσχετος με τις ισοτιμίες να πάρει συναλλαγματικό ρίσκο; Πώς περιμένεις από αυτόν να προβλέψει την ισοτιμία ευρώ-φράγκου ύστερα από έξι μήνες, ένα χρόνο, δύο τρία, τέσσερα ή πέντε χρόνια αφότου πήρε το δάνειο;
Εδώ εφοπλιστές, γνώστες της χρηματαγοράς, με οικονομικά επιτελεία να τους υποστηρίζουν έχασαν πολλά εκατομμύρια δολάρια στο παρελθόν όταν μετέτρεψαν το δάνειό τους από δολάρια σε γιεν επειδή δελεάστηκαν από το χαμηλότερο επιτόκιο. Οι άσχετοι  μεροκαματιάρηδες θα γλύτωναν;
Αποτέλεσμα: εδώ και χρόνια, χιλιάδες δανειολήπτες στεγαστικών δανείων έχουν εγκλωβιστεί στο Ελβετικό φράγκο  στο οποίο το μετέτρεψαν με την παραίνεση των τραπεζών. Έχουν πληρώσει ένα σωρό λεφτά και βλέπουν το υπόλοιπο του δανείου τους, μεταφρασμένο σε ευρώ, να αυξάνεται αντί να μειώνεται. Χώρια  που κάθε μήνα θέλουν όλο και περισσότερα ευρώ για να αγοράσουν τα φράγκα που χρωστούν.
Γιατί οι τράπεζες το έκαναν αυτό, αφού γνώριζαν ότι έβαζαν τους πελάτες τους στο στόμα του λύκου; Η απάντηση είναι μονολεκτική: απληστία.  Σε κάθε μετατροπή νομίσματος η τράπεζα κερδίζει από το «εκάρ». Έτσι κέρδισε και από την αρχική μετατροπή του δανείου από ευρώ σε φράγκα αλλά και σε όλη την διάρκεια του δανείου κερδίζει μετατρέποντας κάθε μήνα το τοκοχρεολύσιο από ευρώ σε φράγκα. Μπροστά στο κέρδος της αδιαφορεί παγερά για τις καταστροφικές συνέπειες που έχει η τακτική της στα νοικοκυριά που δανείστηκαν.
(συνεχίζεται)

402. Εγκλήματα τραπεζών (2/4)

Έγκλημα δεύτερο
Πάμε τώρα στις πιστωτικές κάρτες. Η πίστωση είναι μια μορφή δανείου. Όπως συμβαίνει σε όλα τα δάνεια, ενέχει τον κίνδυνο να μην  ξεπληρωθεί. Επομένως η τράπεζα οφείλει να κάνει τον έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας του υποψήφιου πελάτη, πριν του χορηγήσει την πιστωτική κάρτα. Στην πραγματικότητα έκανε το αντίθετο. Μοίραζε κάρτες σαν φέιγ βολάν σε κάθε περαστικό, συχνά με φορτικό τρόπο, ή ταχυδρομούσαν  την κάρτα σπίτι σου ακόμη κι αν δεν την είχες ζητήσει! Κάρτα απόκτησε και η κουτσή Μαρία.
Έπαθα σοκ όταν είδα πως η αμερικανική τράπεζα στην οποία εργαζόμουν κάποτε, γνωστή για το κύρος της, έβγαλε τραπεζάκι στην Ακτή Μιαούλη, στο λιμάνι του Πειραιά, όπου ευειδής κοπέλα πλασάριζε πιστωτικές κάρτες στους περαστικούς!
Μοιραία, οι επισφάλειες (δηλαδή οι απλήρωτοι λογαριασμοί από τις κάρτες) ήσαν μεγάλες. Όμως αυτό το είχαν προβλέψει οι εγκέφαλοι των τραπεζών. Την ζημιά δεν την πλήρωναν οι τράπεζες αλλά την φόρτωναν στους…συνεπείς κατόχους καρτών. Πως; Πολύ απλά, είχαν φουσκώσει εξ αρχής τα επιτόκια που επέβαλαν για τα χρεωστικά υπόλοιπα. Έτσι, αντί να χρεώνουν σε όλους χ% επιτόκιο χρέωναν χ+4%  εισπράττοντας εκ των προτέρων  από τους συνεπείς πελάτες τους το 4% που προϋπολόγιζαν σαν χασούρα από τους μπαταξήδες.
(συνεχίζεται)

401. Εγκλήματα των τραπεζών (1/4)

     
       Το οικονομικό ξεσάλωμα που έζησε η Ελληνική κοινωνία οι τράπεζες δεν το άφησαν να πάει χαμένο. Το εκμεταλλεύτηκαν με θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να κερδοσκοπήσουν εις βάρος των πελατών τους, διαπράττοντας μια σειρά εγκλημάτων. Εδώ επισημαίνω τέσσερα από αυτά. Είμαι βέβαιος ότι ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει τον  εαυτό του ως θύμα σε τουλάχιστον ένα:

Έγκλημα πρώτο
Ας αρχίσω με τις απαράδεκτες χρεώσεις που έκαναν εφευρίσκοντας συχνά γελοίες αφορμές.
Για παράδειγμα: Σε κάθε στεγαστικό δάνειο χρέωναν και μερικά εκατοστάρικα ευρώ για «έξοδα φακέλου». Αν ένας καταστηματάρχης που πουλάει έπιπλα με δόσεις χρέωνε τον πελάτη του με τέτοια έξοδα θα τον έπαιρναν με τις πέτρες και θα έμενε χωρίς δουλειά.  Εκτός κι αν όλοι οι επιπλάδες συνεννοούνταν μεταξύ τους και το επέβαλαν. Αυτό ακριβώς έκαναν οι τράπεζες, ενεργώντας σαν τραστ.
Άλλο παράδειγμα: σε χρέωναν επειδή έκανες μια απλή κατάθεση στον λογαριασμό πελάτη τους!
Ώσπου, επί τέλους, κάποια στιγμή, ξύπνησε η Τράπεζα της Ελλάδος και κατάργησε όλες αυτές τις απίθανες και πολυποίκιλες χρεώσεις. Στο μεταξύ, βέβαια,  οι τράπεζες εισέπραξαν τεράστια ποσά, έχοντας γδάρει τους πελάτες τους.
(συνεχίζεται)
 

400. Ο έρως χρόνια δεν κοιτά...

        Αναρωτιέμαι ποιος είναι ο λόγος που μια νέα γυναίκα δέχεται να παντρευτεί έναν άντρα μεγαλύτερο της κατά μερικές δεκαετίες. Ξέρω, το μυαλό όλων πηγαίνει στο χρήμα. «Η παλιά η κότα έχει το ζουμί…αλλά ο γέρος κόκορας το πορτοφόλι!», λέει η γνωστή παροιμία, όπως την συμπλήρωσα εγώ. Σύνηθες το φαινόμενο με πλούσιους επιχειρηματίες, και όχι μόνο.


Το χρήμα όμως δεν δίνει την απάντηση για όλες τις περιπτώσεις. Για παράδειγμα, έχουμε δει συζύγους, συντρόφους ή ερωμένες γνωστών Ελλήνων συγγραφέων, στιχουργών και ποιητών, με ηλικία πολύ μικρότερη από την δική τους. Ο Κωστής Παλαμάς είναι ένας από αυτούς, για να αναφέρω μόνο τον παλαιότερο. Υποθέτω ότι το κίνητρο για τις νέες αυτές γυναίκες ήταν ο θαυμασμός τους για το ταλέντο και την τέχνη τους. Ίσως και η φιλοδοξία πως το ίνδαλμά τους θα τις βοηθούσε να αναδείξουν κάποιο αντίστοιχο ταλέντο που διέθεταν κι εκείνες (ή έτσι νόμιζαν). Στην χιουμοριστική, παλαιότερη παρατήρηση του Νίκου Δήμου «στην εποχή μας, με τα ποιήματα ούτε γκόμενα δεν βγάζεις…»,  θα αντέτεινα  «...εκτός κι αν είσαι ήδη διάσημος ποιητής».  Ο Τσάρλι Τσάπλιν και ο Αντρέ Σεγκόβια έγιναν πατεράδες σε προχωρημένη ηλικία.
Υπάρχει και η φροϋδική εξήγηση με το σύνδρομο της Ηλέκτρας, αντίστοιχο του Οιδιπόδειου. Νέες γυναίκες που θαύμαζαν τον πατέρα τους έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να συνδεθούν με άνδρες της ηλικίας του. 
Ο Χένρι Κίσινγκερ είχε επισημάνει ότι το ισχυρότερο αφροδισιακό που έλκει τις γυναίκες είναι η πολιτική δύναμη. Αυτό εξηγεί γιατί η πολιτική έχει γεμίσει από διάσημους επιβήτορες νεανίδων: Τζων Κένεντι, Ανδρέας Παπανδρέου, Μπιλ Κλίντον (φωτο), Σίλβιο Μπερλουσκόνι, Στρος Καν κλπ.
Μια άλλη περίπτωση είναι ο επαγγελματικός χώρος. Πιστεύω πως στην ανδροκρατούμενη κοινωνία μας, μια γυναίκα για να ανελιχτεί καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια από του άνδρα. Έχω θυμώσει ακούγοντας κακόβουλους άνδρες να αφήνουν βρώμικα και ανυπόστατα υπονοούμενα για γυναίκες που επάξια κατέλαβαν μια υψηλή θέση. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν περιπτώσεις όπου κάποιες πράγματι αξιοποίησαν κατάλληλα τα θέλγητρά τους για να ανελιχθούν. 
Το αντίστροφο φαινόμενο, δηλαδή νέοι άνδρες με ηλικιωμένες γυναίκες είναι υπαρκτό αλλά πιο σπάνιο. Εξαιρώντας τους επαγγελματίες ζιγκολό, ας θυμηθούμε π.χ. τον Τεό Σαγκαπό με την γηραλέα Εντίθ Πιάφ,  ή τον  νεαρό Αλβανό που παντρεύτηκε την υπέργηρη αφεντικίνα του, όπως μάθαμε από τον τύπο. Και ο παλιός Ελληνικός κινηματογράφος είναι γεμάτος με περιπτώσεις πασίγνωστων αρρένων ηθοποιών  που οφείλουν την καριέρα τους στη σχέση που ανέπτυξαν, στα πρώτα τους βήματα, με διάσημες αλλά πολύ μεγαλύτερες συναδέλφους τους.
Υπάρχει ακόμη και η ψυχοπαθολογική περίπτωση της γεροντο-λαγνείας, από την οποία προφανώς υπέφερε ο Βρετανός οικογενειάρχης ταξιτζής, όπως αποδείχτηκε μετά την σύλληψή του, που έμπαινε το βράδυ σε σπίτια αποκλειστικά υπερήλικων γυναικών και τις βίαζε.
Η κοινωνία ανέχεται το ζευγάρωμα νέας με ηλικιωμένο δίνοντας μάλιστα και συγχωροχάρτι με το «ο έρως χρόνια δεν κοιτά». Αντίθετα, δεν ανέχεται το αντίστροφο δηλαδή την ερωτική σχέση νέου με ηλικιωμένη, που την αποκαλεί χλευαστικά τεκνατζού.  «Άτιμη κενωνία»...
 
 

399. ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΚΟΛΟΜΒΟΥ


Κάποιοι είπαν κατάμουτρα στον Χριστόφορο Κολόμβο ότι η ανακάλυψή του δεν ήταν και καμιά σπουδαία δουλειά. Εκείνος τους προκάλεσε να στήσουν όρθιο ένα αυγό. Όταν απέτυχαν αυτός χτύπησε ελαφρά το αυγό στο τραπέζι σπάζοντας την καμπύλη.   Ιδού η…αναπαράσταση!

Christopher Colombus, challenged his critics to make an egg stand on its tip; and, after they gave up, he did it himself by tapping the egg on the table so as to flatten its tip. Here is a…reenactment!

(Εικονίζεται το έγο μου "Το αυγό του Κολόμβου" από την συλλογή "Σιγά τα αυγά!")

398. Η μαθητριούλα και ο επιστήμων

Με φρίκη διαβάσαμε τις προάλλες στον τύπο την ιστορία της μικρής Πακιστανής μαθήτριας, που πυροβολήθηκε από Ταλιμπάν επειδή επέμενε να παρακολουθεί τα μαθήματα του σχολείου της, παρά τις απαγορεύσεις τους. «Μα, πως είναι δυνατόν! Στην εποχή μας;» αναρωτιόμασταν με ανατριχίλα. «Αλλά, βέβαια, σε υπανάπτυκτα μέρη, τι περιμένεις;»  σπεύσαμε να προσθέσουμε. 
Μετά από λίγες μέρες, ξανά στον τύπο: Ο Άγγλος επιστήμονας Άλαν Τιούρινγκ ήταν ένας από τους αφανείς ήρωες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αποκρυπτογράφησε τους γερμανικούς κώδικες επικοινωνίας συμβάλλοντας καθοριστικά στην έκβαση του πολέμου. Το 1952 συνελήφθη με το αδίκημα «περί σοδομισμού» (η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικό αδίκημα στην Αγγλία) και υποχρεώθηκε να υποβληθεί σε θεραπεία ορμονών προκειμένου να ξεπεράσει την «αρρώστια». Δύο χρόνια αργότερα βρέθηκε νεκρός. Υδροκυάνιο εντοπίστηκε στο αίμα του, ωστόσο, επικρατεί ακόμα διχογνωμία αν επρόκειτο για αυτοκτονία ή δολοφονία».
Άθελά μου, έκανα τους παραλληλισμούς: Μαθητριούλα-διαπρεπής επιστήμων. Φοίτηση-ομοφυλοφιλία. Ταλιμπάν-Αγγλικό κράτος.
Τελικά, δεν είμαστε και τόσο αναπτυγμένοι όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Τουλάχιστον όχι τόσο όσο να μας επιτρέπεται να κουνάμε το δάχτυλο σε άλλους λαούς.
Κι ας μην ισχυριστεί κάποιος ότι από την υπόθεση Τιούρινγκ έχουν περάσει κάποιες δεκαετίες. Το 1952 ήταν χθές.
Ούτε να κατηγορήσουμε τους Άγγλους. Στην Ελλάδα, σήμερα, η ομοφυλοφιλία μπορεί να μην είναι ποινικό αδίκημα αλλά το κοινωνικό στίγμα,  είναι ακόμη τεράστιο, για τους μη επώνυμους, τους οποίους οδηγεί μέχρι την αυτοκτονία.  

397. Το θέατρο στο ραδιόφωνο

       Μία από τις μαγείες του θεάτρου είναι ότι βάζει συχνά τον θεατή να συμμετέχει ενεργά στην παράσταση, με εργαλείο την φαντασία του. Για παράδειγμα, αν ο ηθοποιός χαράξει με κιμωλία ένα κύκλο γύρω του και ισχυριστεί ότι βρίσκεται μέσα στη φυλακή, μπορεί να παίξει το ρόλο του φυλακισμένου χωρίς το έργο να χάσει τίποτε από την ουσία του, αφού τα σκηνικά δημιουργούνται στην φαντασία του θεατή. Ο Κάρολος Κουν είχε πει πως «με έναν ηθοποιό και μια καρέκλα κάνουμε θέατρο».
Η μέθεξη στο θέατρο γίνεται με την συμμετοχή δύο από τις αισθήσεις μας: την όραση και την ακοή. Και όμως! Η μαγεία του θεάτρου κάνει και εδώ μια υπέρβαση. Μπορεί να αφαιρέσει την ακοή και να αφήσει μόνο την όραση. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα κατά 50% στο «Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού», στο οποίο η πρωταγωνίστρια είναι άλαλη,  (τελευταία εμφάνιση της Έλλης Λαμπέτη, το είδα και αργότερα με την Πέγκυ Τρικαλιώτη) και κατά 100% στο «Wunschkonzert», του Φραντς Ξάβιερ Κρετζ, (ανέβηκε το 2010, στο Από Μηχανής Θέατρο, σε εξαιρετική σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου και ερμηνεία Δέσποινας Κούρτη, η οποία επί 70 λεπτά εκινείτο αμίλητη στη σκηνή, κρατώντας αδιάπτωτο το ενδιαφέρον των θεατών).
Η μαγεία του θεάτρου όμως μπορεί να επιτύχει και το αντίθετο: να αφαιρέσει την όραση και να αφήσει την ακοή. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το θέατρο στο ραδιόφωνο. Ο Όρσον Ουέλες τρομοκράτησε το 1937 όλη την Αμερική στην ιστορική, ραδιοφωνική εκπομπή του με την εισβολή των Αρειανών. Ήταν τόσο πειστικός που οι ακροατές το εξέλαβαν για πραγματικότητα.
Για να μην πάμε όμως τόσο μακριά στον χώρο και στον χρόνο, στον τόπο μας υπάρχουν, ευτυχώς, ραδιοφωνικές εκπομπές που παρουσιάζουν γνωστά θεατρικά έργα προσαρμοσμένα για το ραδιόφωνο ή ηχογραφήσεις θεατρικών παραστάσεων.
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναγνώστες θυμούνται με νοσταλγία τις εκπομπές αυτές που μεταδίδονταν παλιά από τους κρατικούς ραδιοσταθμούς, τις νυκτερινές ώρες. Γυρίζοντας πίσω, στις δεκαετίες 50 και 60, πριν να εισβάλει η τηλεόραση στη χώρα μας, ο μοναδικός προσιτός, οικονομικά και  γεωγραφικά τρόπος ενημέρωσης και ψυχαγωγίας ήταν το ραδιόφωνο. Μετά τον κάματο της ημέρας, τα φώτα χαμήλωναν και ο ακροατής υποδεχόταν σπίτι τον θίασο της θεατρικής παράστασης. Έργα ποιοτικά, παιγμένα από πρωταγωνιστές του Εθνικού (και όχι μόνο) θεάτρου, σκηνοθετημένα από έμπειρους καλλιτέχνες. Σπουδαία έργα ελλήνων και ξένων συγγραφέων συχνά σε μετάφραση γνωστών λογοτεχνών.
Η μετάδοση θεατρικών παραστάσεων από το ραδιόφωνο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όμως, στην εποχή της ταχύτητας που ζούμε, δεν είναι εύκολο να συμπέσουν οι ελεύθερες ώρες μας με τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις.
Στο πρόβλημα αυτό, σαν τον από μηχανής θεό της αρχαίας τραγωδίας, έρχεται να δώσει λύση στους λάτρεις του ραδιοφωνικού θεάτρου ένας ελληνικός ιστότοπος (blog). Είναι το www.radio-theatre.blogspot.com, που ανακάλυψα τυχαία πριν από λίγο καιρό και έγινα έκτοτε τακτικός επισκέπτης του. Ο ιστότοπος αυτός κάθε λίγες μέρες παρουσιάζει ένα θεατρικό έργο που μπορεί κανείς να «κατεβάσει» και να αποθηκεύσει στον υπολογιστή του. Από εκεί, με την βοήθεια ακουστικών ή ηχείων το ακούει όποτε θέλει. Μπορεί ακόμη να το αντιγράψει σε USB, σε ipad  ή σε CD  και να το ακούσει με την ησυχία του, ακόμη και οδηγώντας αυτοκίνητο (όπως κάνω εγώ, αξιοποιώντας τον χρόνο μετάβασης προς και από την εργασία μου). Κάθε έργο συνοδεύεται από πολύτιμο πληροφοριακό υλικό, φωτογραφίες και σχόλια.
Τα έργα που παρουσιάζονται έχουν μεταδοθεί κυρίως από το Τρίτο Πρόγραμμα και ξεπερνούν, ως τώρα, τα  360. Το ρεπερτόριο καλύπτει μια μεγάλη γκάμα θεατρικών συγγραφέων, ξένων και Ελλήνων. Παρελαύνει όλη σχεδόν η αφρόκρεμα των Ελλήνων ηθοποιών, παλιών και νεότερων. Ακούγοντάς αυτά τα έργα, οι πρεσβύτεροι ξαναβρίσκουν έναν αγαπημένο φίλο από τα παλιά, και οι νεότεροι μυούνται σε ένα είδος τέχνης που αγνοούν. Μπορούν ακόμη να τα απολαύουν οι ομογενείς μας, στο εξωτερικό, οι ναυτικοί και όλοι οι συνέλληνες απανταχού της γης, δημιουργώντας έναν ακόμη σύνδεσμο με την μάνα πατρίδα.   
Το www.radio-theatre.blogspot.com
προσφέρει ποιοτική  ψυχαγωγία (και με την κυριολεκτική έννοια του όρου), χωρίς κανένα κόστος για τον ακροατή, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό στην οικονομική κρίση που βιώνουμε.