Φίλε επισκέπτη,

Καλωσόρισες στο ιστολόγιό μου .

Είμαι ο Άρης Γαβριηλίδης γεννημένος το 1948 στον Πειραιά. Σπούδασα οικονομικά στην Νομική Αθηνών και σταδιοδρόμησα ως διευθυντικό στέλεχος σε ναυτιλιακές τράπεζες και επιχειρήσεις. Τώρα ασχολούμαι αποκλειστικά με τις δύο παλιές μου αγάπες: τη συγγραφή βιβλίων και την μικρογλυπτική (readymade, assemblance art)

Εδώ καταγράφω όσες από τις σκέψεις μου θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευτούν. Εκθέτω επίσης φωτογραφίες από τα τεχνουργήματά μου, παρμένες από την "γκαλερί" της προσωπικής μου ιστοσελίδας: http://www.arisgavriilidis.gr/

Διευκρίνιση: ο τίτλος του blog, Aris-tourgimata, δεν οφείλεται σε οίηση αλλά σε λογοπαίγνιο: συνδυάζει το όνομά μου (Άρης) με τα δημι-ουργήματά μου (σκέψεις και τεχνουργήματα).

Φίλε επισκέπτη, ελπίζω να βρεις το ιστολόγιό μου ενδιαφέρον. Το σχόλιά σου ευπρόσδεκτα.

Σε περιμένω και:

Στην ιστοσελίδα μου: http://arisgavriilidis.gr/
στο Facebook: Aris Gavriilidis
στο Twitter: @agavriel1

EMAIL
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

133. "Η πρώτη φορά" (βραβευμένο διήγημα) 4/4

(συνέχεια από εχθές)
Όταν βγήκε στο σαλονάκι, ο Σταμάτης είχε γίνει άφαντος. Από τότε, μολονότι συνέχιζαν να κάνουν παρέα, όπως παλιά, δεν ξαναμίλησαν γι’ αυτό το θέμα.
Τέλειωσε το γυμνάσιο, μπήκε στη σχολή εμποροπλοιάρχων του Ασπρόπυργου κ’ έγινε καπετάνιος. Γνώρισε πολλές γυναίκες αλλά ποτέ δεν κώλωσε στην πρώτη φορά μαζί τους. Η ανάμνηση της πρώτης του επιτυχίας του έδινε αυτοπεποίθηση. Ας είναι καλά εκείνη. Τις πόρνες τις σεβότανε για το λειτουργημά τους. Τις θεωρούσε “μάνες των προλετάριων του έρωτα” όπως συνήθιζε να λέει. Γι’ αυτό και ποτέ δεν τις αποκάλεσε με το κοινό τους όνομα, που τό ’βρισκε φορτωμένο υποκριτικά με καταφρόνια.
Ύστερα από χρόνια, πήρε τη μεγάλη απόφαση να ρισκάρει όλες του τις οικονομίες και να αγοράσει ένα παλιό γκαζάδικο. Με πολλή δουλειά και μπόλικη τύχη, αυγάτιζε το στόλο του. Το ένα πλοίο έγινε δύο, τα δύο τέσσερα κι έτσι βρέθηκε να έχει σήμερα ένα σύγχρονο στόλο δεκαοχτώ βαποριών. Τον Σταμάτη τον είχε από χρόνια Αρχιμηχανικό.
Το κτίριο αυτό τό ’χτισε μόνος του, αγοράζοντας το οικόπεδο με το εγκαταλειμμένο από χρόνια μπαρ, για να στεγάσει την εταιρεία του. Τα εγκαίνια έγιναν πριν από δυο βδομάδες και οι χώροι μυρίζανε ακόμα μπογιές. Από το δικό του γραφείο, που κάλυπτε ολόκληρο τον τελευταίο όροφο, έβλεπε από το μπαλκόνι το ερειπωμένο πια σπίτι με τη μισογκρεμισμένη κεραμιδένια σκεπή και τα κουφώματα που έχασκαν.
«Κύριε Χρυσοβέργη, η κυρία Δωροθέα που ζητήσατε να δείτε, ήλθε. Μπορεί να περάσει;» τον έβγαλε από τις αναμνήσεις η φωνή της γραμματέως του στο εσωτερικό τηλέφωνο.
Η κυρία Δωροθέα ήτανε η ηλικιωμένη κυρία που έφτιαχνε και σερβίριζε τους καφέδες στους επισκέπτες του. Του την είχε συστήσει μια φίλη της γυναίκας του, πριν από έξι χρόνια, γιατί, παρά την προχωρημένη ηλικία της, είχε ανάγκη να δουλέψει. Μόλις την είδε την προσέλαβε αμέσως. Ζούσε μόνη της στη Δραπετσώνα. Όμως, γέρασε πια και δεν είχε άλλα κουράγια να συνεχίσει τη δουλειά.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε. Ήταν λεπτή, ντυμένη με αξιοπρέπεια και μαλλιά βαμμένα λουλακί όπως συνηθίζουν οι γυναίκες της ηλικίας της. Παρά τα χρόνια της, έδειχνε ότι στα νιάτα της ήταν ωραία γυναίκα. Εκείνος έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου ένα παχύ φάκελο.
«Κυρία Δωροθέα, αυτά είναι για σένα» της είπε και της τον έδωσε. «Κι όπως είπαμε! Κάθε μήνα θα σου στέλνω ένα επίδομα. Κι ό,τι πρόβλημα έχεις, σε εμένα θα το λες».
 «Ο Θεός να σας έχει καλά, κύριε Χρυσοβέργη» του αποκρίθηκε εκείνη ενώ δάκρυα ευγνωμοσύνης πλημμύρισαν τα μάτια της. Τότε τα πρόσεξε καλλίτερα. Όσο γερνούσε, το γαλαζωπό μάτι γινότανε περισσότερο πράσινο και το πρασινωπό περισσότερο γαλάζιο…

                                                (Τέλος)

132. "Η πρώτη φορά" (βραβευμένο διήγημα) 3/4

(συνέχεια από εχθές)
Οι δυο φίλοι εξαντλήσανε τη Φίλωνος και αρχίσανε τη Νοταρά. Εκείνος είχε αρχίσει να ιδρώνει. Λίγο η ανοιξιάτικη λιακάδα, λίγο το κουστούμι που ήταν ολόμαλλο, αλλά πιο πολύ η αγωνία. Θα εύρισκαν μια όπως την ήθελαν; Πώς θα την πλησιάζανε; Τι θα της λέγανε; Και ύστερα, τι θα γινότανε; Πως θα ήταν; Θα τα κατάφερνε;
Με τα πολλά, βρήκανε μια του γούστου τους. Καμιά εικοσιπενταριά χρονώ με σοβαρό αλλά γλυκό πρόσωπο κι ωραίο κορμί. Όπως είχανε  συνεννοηθεί, την εξήγηση θα την έκανε ο Σταμάτης, καθότι πιο έμπειρος. Ο Σταμάτης δείλιασε για μια στιγμή. Όμως, μάζεψε τα αποθέματα του κουράγιου του και την πλησίασε, ακολουθούμενος από ’κείνον. Στήθηκε απέναντι της με τόνα χέρι στη τσέπη και τη ρώτησε με ύφος μάγκικο και βαρύ:
«Πόσα;». Εκείνη, που κατάλαβε ότι είχε να κάνει με πρωτάρηδες, που κάνανε μπαμ από δυο χιλιόμετρα μακριά, απάντησε απλά:
«Τριανταπέντε δραχμές».
Ο ένας πίσω από τον άλλο, μ’ εκείνη μπροστά, προχωρήσανε στο διάδρομο. Εκείνος πρόλαβε να δει στο κουδούνι το όνομα «ΝΤΟΡΑ».
Ανεβήκανε την ξύλινη σκάλα που έτριζε και φθάσανε σ’ ένα μικρό σαλονάκι που βρώμαγε μπαγιάτικη τσιγαρίλα. Όπως είχανε συμφωνήσει, πρώτος μπήκε στην κρεβατοκάμαρα ο Σταμάτης. Όσο εκείνος περίμενε στο σαλονάκι τόσο ανέβαινε η αγωνία του. Σκέφτηκε για μια στιγμή να τηνε κάνει κοπάνα αλλά τον συγκράτησε το φιλότιμο. Άραγε τι να γινόταν τώρα μέσα; Έστησε αυτί και άκουσε το  γρούτσου-γρούτσου που έκανε το κρεβάτι.
Σε λίγο η πόρτα άνοιξε και φάνηκε εκείνη με το κομπινεζόν. «Ξέρεις, ο φίλος σου δεν τα κατάφερε» τον πληροφόρησε. Πάγωσε. Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα για να γδυθεί ενώ ο Σταμάτης ντυνότανε με σπασμωδικές κινήσεις.
«Τι έγινε, ρε Σταμάτη;» ψέλλισε.
«Φτου, ρε γαμώ τη μπουτάνα μου, τίποτε δεν έγινε, θα στα πω μετά» του απάντησε όλο τσαντίλα και βγήκε από το δωμάτιο.
Έμεινε μόνος δίπλα στο σιδερένιο κρεβάτι, φορώντας μόνο το εσώρουχο.
«Βγάλτο κι αυτό» την άκουσε να του λέει μαλακά ενώ έκλεινε την πόρτα πίσω της. Πέταξε το ρούχο της σε μια καρέκλα και τον πλησίασε. Εκείνος σάστισε ακόμη πιο πολύ. Πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε γυναίκα ολόγυμνη.
«Ξέρεις, είμαι πρωτάρης…» της είπε ξέπνοα, για να καλύψει εκ των προτέρων την απειρία του αλλά και μια ενδεχόμενη αποτυχία.
«Αυτό, άστο σε μένα!» του αποκρίθηκε εκείνη μ’ ένα γλυκό χαμόγελο την ώρα που τον έπαιρνε στην αγκαλιά της. 
Σ’ αυτό το κρεβάτι πλάγιασε αγόρι και σηκώθηκε άντρας. Μια άγρια χαρά φούσκωσε τα στήθη του. «Τα κατάφερα, τα κατάφερα» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Αισθάνθηκε μια βαθιά ευγνωμοσύνη γι’ αυτή τη γυναίκα.
Την ώρα που την πλήρωνε, είδε πως είχε δυο ωραία γαλαζοπράσινα μάτια. Πρόσεξε όμως πως το ένα ήταν λίγο περισσότερο πράσινο και το άλλο λίγο περισσότερο γαλάζιο.

                                                 (Αύριο, το τέλος)

131. "Η πρώτη φορά" (βραβευμένο διήγημα) 2/4

(συνέχεια από εχθές)
     Εκείνος ερχότανε για χάζι. Άλλoτε μόνος κι άλλοτε παρέα με κάποιο φίλο. Ξυρίζανε το χνούδι στα μάγουλα και στο μουστάκι, φοράγανε τα καλά τους κι αρχίζανε το πήγαιν’ έλα.
     Πρώτα πιάνανε τη Φίλωνος και μετά τη Νοταρά, που ήσανε σαν πεζόδρομοι. Ο κόσμος περπάταγε στο οδόστρωμα μιας και τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσανε τότε ήσανε λίγα. Οι γυναίκες, βαμμένες έντονα και προκλητικά, έστεκαν μισόγυμνες στην πόρτα του σπιτιού ή βγαίνανε στα παραθύρια, όταν δεν είχανε μέσα πελάτη. Θυμότανε κάποια μελαχρινή που μικρόδειχνε, με μπλε σχολική ποδιά και άσπρο γιακαδάκι, τάχα μαθητριούλα. “Προωθημένες τεχνικές μάρκετινγκ” σκέφθηκε χαμογελώντας.
     Κάποιες φορές τολμούσε να δρασκελίσει το κατώφλι της μονίμως ανοιχτής εξώπορτας ενός σπιτιού και να προχωρήσει στα ενδότερα, ενώ η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από την αγωνία. Στο φτηνό σαλονάκι, άντρες κάπνιζαν καθισμένοι στις καρέκλες, κολλημένες στους τοίχους, η μια δίπλα στην άλλη. “Σαν αίθουσα αναμονής στον οδοντογιατρό!” ξανασκέφθηκε και χαμογέλασε πάλι.
     Κάθε λίγο, άνοιγε η πόρτα της κρεβατοκάμαρας κι έβγαινε ένας πελάτης ενώ τον ακολουθούσε μισόγυμνη η “οικοδέσποινα” εκθέτοντας τα κάλλη της. Οι πιο πολλοί, με το που την έβλεπαν, σηκώνονταν και φεύγανε για να πάνε στο πάρα κάτω σπίτι. Άλλοι γιατί δεν τη βρίσκανε του γούστου τους κι άλλοι γιατί, όπως αυτός, είχαν έλθει για χάζεμα. Φάτε μάτια ψάρια…Ύστερα από κάνα δυο ακόμη τέτοιες επισκέψεις, τα μάζευε και γύρναγε σπίτι.
    Ώσπου, κάποια μέρα, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα προχωρούσε στο παρασύνθημα! Κανόνισε με τον κολλητό του, το Σταμάτη, την επομένη Κυριακή να κατέβουνε μαζί. Ο Σταμάτης δούλευε σε μηχανουργείο και το βράδυ πήγαινε στον “Προμηθέα” για μηχανικός στα καράβια. Είχε πάρει ήδη το “βάπτισμα του πυρός”, γιατί είχε ξαναπάει μια φορά, έτσι έλεγε. 
     Μπανιαρίστηκε στη σκάφη, στο πλυσταριό, και τρίφτηκε με παχιά σαπουνάδα από πράσινο σαπούνι. Ξύρισε τις τρίχες στο πηγούνι με τη μηχανή του πατέρα του και φόρεσε το πρώτο και μοναδικό κουστούμι του, που είχε ράψει, με δόσεις, ο ράφτης της γειτονιάς. Χτενίστηκε προσεχτικά στύβοντας λίγες σταγόνες λεμόνι στην τσατσάρα για να στέκονται τα μαλλιά, έριξε στη τσέπη το χαρτζιλίκι δύο εβδομάδων που μάζευε γι’ αυτό το σκοπό και στήθηκε στη στάση του τραμ περιμένοντας το Σταμάτη.
     Κατεβήκανε στο τέρμα, στην πλατεία του ηλεκτρικού κι’ από κει περπάτησαν, παραλιακά, μέχρι την Τερψιθέα.
    Όπως συνήθως, αρχίσανε το σουλάτσο από τη Φίλωνος. Περπατούσανε ρίχνοντας ερευνητικές ματιές στις κοπέλες που κάνανε μόστρα στα πορτοπαράθυρα. Τις πιο πολλές τις βρίσκανε όμορφες αλλά κάπως, ας πούμε, άγριες. Έψαχναν για κάποια πιο γλυκιά, πιο ήρεμη, πιο καλοσυνάτη.
     Ένα κλάξον, που ακούστηκε πίσω, τούς έκανε να ανέβουν στο πεζοδρόμιο. Ήτανε μια μαύρη κούρσα, σεβρολέτα. Μπροστά δυο κουστουμάτοι και πίσω δυο καλοντυμένες κυρίες με μαύρα γυαλιά, που κοιτάζανε με περιέργεια, αριστερά δεξιά, χασκογελώντας πονηρά. Μόλις τις πήρανε χαμπάρι οι γυναίκες στα σπίτια τις πλάκωσαν στο βρισίδι. Κράξιμο άγριο, που μέχρι βαρκάρηδες θα έκανε να κοκκινίσουν. Το αυτοκίνητο έσπευσε να στρίψει  στον πρώτο δρόμο και να εξαφανιστεί.

                                      (Αύριο, η συνέχεια)

130. "Η πρώτη φορά" (βραβευμένο διήγημα) 1/4

Το διήγημά μου αυτό, πήρε το Α' βραβείο Διηγήματος 2005, που οργάνωσε η Φιλολογική Στέγη Πειραιά, με θέμα τον Πειραιά. 

"Πόρνη, μάνα
 των προλετάριων
 του έρωτα" 
 (Α.Γ.)

«Κύριε Χρυσοβέργη, σας συνδέω με τον κύριο Μαντζαβίνο, τον διευθυντή της  Ναυτιλιακής Τράπεζας», ακούστηκε η φωνή της γραμματέως του από το εσωτερικό τηλέφωνο.
Συζήτησε για λίγο με τον τραπεζίτη τους όρους του δανείου που θα χρηματοδοτούσε την κατασκευή των έξι δεξαμενόπλοιων που είχε παραγγείλει στo ναυπηγείο της Hyundai.
Μόλις κατέβασε το ακουστικό, έριξε μια ματιά στο χρυσό επιτραπέζιο ρολόι του γραφείου του, δώρο της Μέλπως, της γυναίκας του. Περασμένες εφτάμιση.
Ζαλισμένος από την ένταση της δουλειάς, όλη μέρα, σηκώθηκε από το γραφείο του και βημάτισε αργά μέχρι την μπαλκονόπορτα για να πάρει μια ανάσα και να ξεμουδιάσει. Έδεσε τα χέρια πίσω από τον σβέρκο κι έμεινε τεντωμένος για λίγα δευτερόλεπτα, απολαμβάνοντας την ευεξία που του χάριζαν οι τσιτωμένοι μύες της πλάτης.
Άνοιξε τη μπαλκονόπορτα. Η ανοιξιάτικη θαλασσινή αύρα που ερχόταν από την Ακτή Μιαούλη πλημμύρισε το μεγάλο γραφείο διώχνοντας τον ξερό αέρα του κλιματισμού. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι αμέσως ένιωσε καλλίτερα. Ο ήλιος έστελνε τις τελευταίες ακτίνες ανάμεσα από τα πανύψηλα κτίρια, πριν σβήσει στα βουνά της Κούλουρης, σαν μια κουταλιά βούτυρο που αργολιώνει σε ζεστό τηγάνι. Το είδωλό του καθρεφτίστηκε στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Ψηλός, γεροδεμένος, “καλοστεκούμενος” όπως θα έλεγε κι η μακαρίτισσα η μάνα του, παρά τα εξήντα του χρόνια.
Από τον έβδομο όροφο που βρισκότανε, κοίταξε κάτω. Η κίνηση στη Νοταρά άρχισε να αραιώνει. Οι υπάλληλοι από τις γύρω ναυτιλιακές εταιρίες και τράπεζες είχαν σχολάσει από ώρα. Το μάτι του έπεσε στο ερειπωμένο δίπατο σπίτι που έστεκε ξεχασμένο ανάμεσα στα ψηλά γυάλινα κτίρια.
Η σκέψη του τον ταξίδεψε σαρανταπέντε χρόνια πίσω. Τότε που, δεκαπεντάχρονο παλικαράκι, κατέβαινε συχνά τις Κυριακές με το τραμ απ’ τα Ταμπούρια στην Τρούμπα.
Τρούμπα. Λέξη φορτισμένη σαν ηλεκτρικό καλώδιο μ’ έντονο ερωτισμό ανάκατο με αμαρτία. Έβαζε μπουρλότο στη φαντασία των στερημένων αγοριών της εποχής, μιας και κορίτσια βλέπανε μόνο με το κιάλι. Ακόμα και τ’ όνομα του σχολείου του “Ε΄ Γυμνάσιον Αρρένων Πειραιώς” διατυμπάνιζε τη θηλυκή ξεραΐλα.
Μόνη διέξοδος, για τους πιο θαρραλέους, η Τρούμπα. Την ορίζανε κυρίως δυο παράλληλοι δρόμοι. Η Φίλωνος κι η Νοταρά. Απ’ την αρχή τους, στην Τρικούπη, μέχρι τη Μπουμπουλίνας. Αριστερά και δεξιά τους τα χαμηλά σπίτια και τα καμπαρέ. Κι ακόμη, το αστυνομικό τμήμα, το βενζινάδικο, τα φτηνά ξενοδοχεία, οι σινεμάδες, το “Ηλύσια” και το “Φως”. Πιο πέρα, τα σκαλάκια της Τερψιθέας. Αντρόκοσμος κάθε ηλικίας από τον Πειραιά, την Αθήνα και την επαρχία, ξέμπαρκοι ναυτικοί, φαντάροι, παπατζήδες, μικροπωλητές, ο λούστρος ο μουγκός και, κάθε τόσο, οι ναύτες του έκτου αμερικάνικου στόλου. Την Τρούμπα περίζωναν τα μαγαζιά, τα γραφεία και τα σπίτια, όπου  ζούσε και δούλευε ο ευυπόληπτος κόσμος.
Έτσι, η Τρούμπα ήτανε ένα “κράτος εν κράτει” με τους δικούς του νόμους και τη δική του ηθική. Κάτι σαν το Βατικανό, να πούμε.

                                  (αύριο, η συνέχεια)