Φίλε επισκέπτη,

Καλωσόρισες στο ιστολόγιό μου .

Είμαι ο Άρης Γαβριηλίδης γεννημένος το 1948 στον Πειραιά. Σπούδασα οικονομικά στην Νομική Αθηνών και σταδιοδρόμησα ως διευθυντικό στέλεχος σε ναυτιλιακές τράπεζες και επιχειρήσεις. Τώρα ασχολούμαι αποκλειστικά με τις δύο παλιές μου αγάπες: τη συγγραφή βιβλίων και την μικρογλυπτική (readymade, assemblance art)

Εδώ καταγράφω όσες από τις σκέψεις μου θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευτούν. Εκθέτω επίσης φωτογραφίες από τα τεχνουργήματά μου, παρμένες από την "γκαλερί" της προσωπικής μου ιστοσελίδας: http://www.arisgavriilidis.gr/

Διευκρίνιση: ο τίτλος του blog, Aris-tourgimata, δεν οφείλεται σε οίηση αλλά σε λογοπαίγνιο: συνδυάζει το όνομά μου (Άρης) με τα δημι-ουργήματά μου (σκέψεις και τεχνουργήματα).

Φίλε επισκέπτη, ελπίζω να βρεις το ιστολόγιό μου ενδιαφέρον. Το σχόλιά σου ευπρόσδεκτα.

Σε περιμένω και:

Στην ιστοσελίδα μου: http://arisgavriilidis.gr/
στο Facebook: Aris Gavriilidis
στο Twitter: @agavriel1

EMAIL
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαββόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαββόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

562. Ο Νίκος Μαστοράκης της εφηβείας μας

Μέσα δεκαετίας του '60. Για εμάς τους τοτινούς δεκαεξάρηδες, περιορισμένες οι ψυχαγωγικές αποδράσεις από τον καταναγκασμό του σχολείου. Κυρία διέξοδος η μουσική από το κρατικό ραδιόφωνο, το μόνο διαθέσιμο. Τρεις οι επιλογές: Πρώτο, Δεύτερο πρόγραμμα και Ενόπλων. Οι φωνές των εκφωνητών, αντρικές και γυναικείες  είχαν ένα επίσημο, σοβαρό τόνο, που αντικατόπτριζε το πνεύμα της εποχής. Ο ήχος τους μεταλλικός με καθαρή άρθρωση για να περνά καθαρά μέσα από τα μεσαία κύματα (ΑΜ) των σταθμών. Μόνη εξαίρεση το Τρίτο Πρόγραμμα που εξέπεμπε στερεοφωνικά στα FM, ανάβοντας ένα κόκκινο φωτάκι στο καντράν του ραδιοφώνου. Λίγες οι ζεστές, φιλικές φωνές, όπως η γλυκερή του Ζακ Μεναχέμ, που παρουσίαζε μουσικά κομμάτια ελαφράς μουσικής, ελληνικής και ξένης. Τα ρεμπέτικα και ο ήχος του μπουζουκιού εξοβελισμένα στο πυρ το εξώτερον.
 
Μέσα σε αυτή την μουσική ξεραΐλα έπεσε σαν βότσαλο στη λίμνη η φωνή του Νίκου Μαστοράκη στις πρώτες του ραδιοφωνικές εκπομπές. Μόλις λίγα χρόνια πιο μεγάλος από εμάς, (γ. 1941), σε αντίθεση με τους άλλους "σπήκερ" μιλούσε με αμεσότητα με φρέσκια, νεανική, φωνή παρουσιάζοντας τα νέα τραγούδια της "χρυσής δεκαετίας του '60"  που μόλις άρχιζε. Όλοι οι τηνέϊτζερς της εποχής, βρήκαμε αμέσως τον άνθρωπο που μας εκπροσωπούσε, εκφράζοντας τις ανησυχίες μας. Όντας ηλικιακά κοντά σε εμάς, ήταν ένας από εμάς.
 
Μέσα από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές μυηθήκαμε στο "νέο κύμα" (εκεί άκουσα τα πρώτα τραγούδια του Σαββόπουλου) αλλά και  στα ξένα συγκροτήματα της εποχής Beatles, Rolling Stones, The Mamas and the Papas, Yardbirds, Animals, Beach Boys, Bee Gees, και τόσα άλλα. Από εκεί μάθαμε και τα ελληνικά συγκροτήματα Forminx, Charms, Idols, Blue Birds, Monks, Olympians και λοιπά. Και τους οι αστέρες του τραγουδιού, Elvis Presley, Paul Anka, Tom Jones, Charles Aznavour, Nico Fidenco, Adriano Celentano, Gigliola Cinquetti, Adamo και πολλούς-πολλούς άλλους. Ο Μαστοράκης με τη ζεστή φωνή του  ήταν ο ιδανικός  παρουσιαστής όλου αυτού του μουσικού στερεώματος που μας προσέφερε αξέχαστες βραδιές στα πάρτι, στις εκδρομές άλλα και στις κατά μόνας ακροάσεις στο τρανζίστορ.
 
Ο δαιμόνιος Νίκος Μαστοράκης μολονότι θριάμβευε στο ραδιόφωνο δεν περιοριζόταν εκεί. Διοργάνωνε Κυριακάτικα πρωινά σε κινηματογράφους με τα δημοφιλή ποπ συγκροτήματα όπου, με προσιτό εισιτήριο, είχαμε την ευκαιρία να δούμε ζωντανά τα ινδάλματά μας. (Αργότερα, διοργάνωσε την επεισοδιακή συναυλία των Rolling Stones στο Καλλιμάρμαρο). Πολύ πριν από τον Κηλαηδόνη, έστηνε beach party στη Βουλιαγμένη. Σε ένα από αυτά είχα πάει με την παρέα μου συμμετέχοντας σε ένα τρελό διαγωνισμό με πολλά απρόοπτα που μόνο η ξέφρενη φαντασία του μπορούσε να σκαρφιστεί. Περάσαμε υπέροχα. Μέχρι τώρα αναπολούμε εκείνες τις στιγμές με τους φίλους μου και γελάμε. 
 
Ο Μαστοράκης τότε ήταν για εμάς ο "μεγάλος φίλος". Θαυμάζαμε την τόλμη, την ευφυΐα και την ετοιμολογία του. Η φωνή του απέπνεε μια αυτοπεποίθηση που μεταδιδόταν και σε εμάς σε μια ηλικία που προσπαθούσαμε να διαμορφώσουμε χαρακτήρα.  Χαρακτηριστικά θα αναφέρω ότι σε ένα λεύκωμα της εποχής που κυκλοφορούσε στις νεανικές παρέες, απαντώντας σε σχετικό  ερώτημα ένας φίλος, ο Τ. Κ. έγραψε "Θαυμάζω τον  Ν.Μ.". Καταλαβαίνετε, φυσικά, ποιον εννοούσε... 
 
Δημοσιογράφος με πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό, παρά την νεαρή ηλικία του, ο Μαστοράκης έγραφε και σε ένα εφηβικό περιοδικό της εποχής, ξεχνώ τον τίτλο του, με ειδήσεις, φωτογραφίες και σχόλια από τον κόσμο της μουσικής που ακούγαμε. Εκεί έγραφε και η συνομήλική μας Τζένη Μαστοράκη, αδελφή του Νίκου, η μετέπειτα σημαντική ποιήτρια. Το περιοδικό αυτό κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι στις μαθητικές τάξεις. 
 
Μετά την αποφοίτησή μας από το σχολείο, μπήκαν άλλες προτεραιότητες στα ενδιαφέροντα της ζωής μας. Σπουδές, στρατός, εργασία, οικογένεια. Ο Νίκος Μαστοράκης συνέχιζε ακάθεκτος την εξελικτική του πορεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με παραγωγές στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Πρόθεσή μου εδώ δεν είναι να προβάλω τις πλούσιες επαγγελματικές του δραστηριότητες, ήδη πασίγνωστες, αλλά να επισημάνω τον θετικό ρόλο που έπαιξε σε μια κρίσιμη για εμάς ηλικία, την εφηβική. Και για αυτό, τον ευχαριστώ.

447. Ο καλός σπορέας - συγγραφέας

Το βιβλίο μου «Αντίο Άγχος», συνεχίζει το δρόμο του στις πωλήσεις. Όπως λέει κι ο Σαββόπουλος για τις «πίσω μου σελίδες», «ας ταξιδέψουν μοναχές μες τις ξένες, μες τις ξένες τις καρδιές…».
Αισθάνομαι σαν τον καλό σπορέα του Ευαγγελίου. Από αυτά που γράφω, άλλα θα πέσουν σε πέτρα, άλλα θα τα φάνε το πετεινά του ουρανού, όμως μερικά θα βρουν γόνιμο έδαφος. Έ, αυτό ακριβώς το τελευταίο είχα στο μυαλό μου όταν έκανα τον κόπο να γράψω το βιβλίο.

361. Οι ρήτορες κι οι λωποδύτες

Από μικρός άκουγα τους μεγάλους (δασκάλους, γονείς, γείτονες, θείους, ακόμη και λαϊκούς, αμόρφωτους ανθρώπους) να στολίζουν τον καθημερινό τους λόγο με παροιμίες και ρητά, που εγώ αποθησαύριζα.

Σαν μεγάλωσα, άρχισα να τα απο-αποθησαυρίζω και να τα χρησιμοποιώ αυθόρμητα καθώς ανάβλυζαν από μέσα μου.

Η δύναμη της παροιμίας ή του ρητού είναι μεγάλη.
Η λακωνικότητα τους, σε συνδυασμό με την ολοφάνερη σοφία τους, προσθέτουν πειθώ στην επιχειρηματολογία.

Στην εποχή μας, η χρήση της παροιμίας συρρικνώνεται.  Ο λόγος, ιδιαίτερα ο προφορικός, φτωχαίνει. Στεγνώνει.  Στην πολιτική έχουν από ετών εκλείψει οι  ρήτορες που σαγήνευαν το ακροατήριο, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Ηλίας Ηλιού, ο Λεωνίδας Κύρκος, κ.ά. Ο ρήτορας τώρα ταυτίζεται με τον λαοπλάνο. Όχι τυχαία, ο Σαββόπουλο στην "Δημοσθένους λέξη" μιλά για "ρήτορες και λωποδύτες".
Ίσως γι' αυτό να φταίει η ταχύτητα  με την οποία ζούμε. Βιώνουμε τα πάντα γρήγορα και βιαστικά.  Εξ ού και τα ταχυφαγεία, το "ξεπέταγμα" (με ό,τι αυτό εννοεί),  το "ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε". Για παροιμίες και για ρητά (έστω και πάνσοφα) είμαστε τώρα;

343. Ο φίλος μου, ο κότσυφας







 


Τώρα το χειμώνα με το κρύο, αντί να βάζω τα φρούτα στο ψυγείο και να πιάνουν χώρο, τα αφήνω έξω, σε ένα πανέρι. Αυτό όμως το παρατήρησε ο άγρυπνος γείτονάς μου, που φωλιάζει  στα γύρω δέντρα, ο κότσυφας.  Κι όταν δεν τον βλέπω, έρχεται στα κρυφά και τσιμπολογά κάποιο μήλο.

Μια μέρα τον πέτυχα. Ήμουν πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας όταν  τον είδα να προσγειώνεται δίπλα στο πανέρι. Έκανα ησυχία μην τον τρομάξω και φύγει. Κοίταξε αριστερά-δεξιά για να βεβαιωθεί πως ήταν ασφαλής κι άρχισε με το κεχριμπαρένιο ράμφος του να τσιμπά τη σάρκα του κόκκινου μήλου. Ώσπου να φέρω την φωτογραφική μηχανή, είχε εξαφανιστεί.

Οι κρυφές επισκέψεις του στο πανέρι είναι συχνές. Είναι όμως διακριτικός. Αντί να τσιμπά κάθε φορά διαφορετικό μήλο και να τα τρυπά όλα, συνεχίζει εκείνο που άρχισε την προηγούμενη μέρα, μεγαλώνοντας την τρύπα. Το παίρνω, λοιπόν, το καθαρίζω με ένα μαχαίρι και τρώω το υπόλοιπο. Έτσι, στο φρούτο μου έχω συνδαιτυμόνα τον κότσυφα. Μολονότι μοιραζόμαστε το ίδιο φαγητό, ποτέ δεν τρώμε μαζί.

Τον βλέπω συχνά να βολτάρει αμέριμνος στον κήπο. Με την κατάμαυρη, γυαλιστερή φορεσιά του περπατά καμαρωτός-καμαρωτός, σαν τον κυρ-Σταύρο, τον διάσημο κότσυφα, στο παραμυθάκι του Σαββόπουλου. Τότε θυμάμαι κι εκείνο το παλιό δίστιχο «κάνει κρύο, κάνει τσίφι / για το δόλιο το κοτσύφι», θαμμένο στο μνήμη μου από κάποιο αναγνωστικό του δημοτικού.  Μια και πιάσαμε φιλία, έστω εν αγνοία του, φροντίζω πάντα να υπάρχει ένα τουλάχιστον μήλο στο πανέρι, μην τον αφήσω νηστικό.

Κάπου διάβασα με αποτροπιασμό πως μερικοί κυνηγάνε τους κότσυφες για το νόστιμο κρέας τους και άλλοι τους βάζουν στο κλουβί για να απολαμβάνουν το κελάιδισμα τους. Θα ήθελα να ήξερα την γλώσσα των πουλιών για να γράψω σε μια πινακίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΖΩΝΗ» και να την κρεμάσω στην αυλή μου. Και να έρχονται «όλα τα πουλιά του δάσους, μπεκάτσες, τσίχλες, αηδόνια, τσαλαπετεινοί και παγώνια» που λέει και ο  Σαββόπουλος στο ίδιο παραμύθι, για να κάνουν παρέα στον φίλο μου, τον κότσυφα, να μην νιώθει μόνος.

Άσε που σκέπτομαι να φυτέψω και μια μηλιά στον κήπο για να τρώει τα μήλα του «στην πηγή», σαν άρχοντας κι όχι σαν κλέφτης από το πανέρι. Κι εκείνος πετώντας από κλαρί σε κλαρί, να με ευφραίνει με την παρουσία του και το κελάηδισμά του, που είναι πιο γλυκό και φασαριόζικο την  άνοιξη.

338. Το μυστήριο των στίχων του Σαββόπουλου

Εδώ και χρόνια έχω επισημάνει ένα φαινόμενο που, με την πάροδο των ετών, διόλου δεν αμβλύνεται αλλά συνεχίζει ακάθεκτο. Ποιο είναι αυτό; Διαβάζοντας άρθρα, ρεπορτάζ και σχόλια σε εφημερίδες και περιοδικά, κάθε τόσο πέφτω πάνω σε μιαν "ατάκα", ένα απόσπασμα από στίχο του Σαββόπουλου, που βάζει ο συντάκτης του, χωρίς να αναφέρει την πηγή, για να χρωματίσει το κείμενό του.  Επειδή συμβαίνει να ξέρω όλους τους στίχους από τα τραγούδια του Διονύση, την εντοπίζω αμέσως.

Σήμερα, για παράδειγμα, διαβάζοντας την «Καθημερινή», στο ίδιο φύλο, έπεσα πάνω σε δύο τέτοιες περιπτώσεις. Ο τίτλος του άρθρου του δημοσιογράφου Πάσχου Μανδραβέλη ήταν Τι να φταίν’ οι εκπρόσωποι… (χωρίς εισαγωγικά) παρμένο  από το πασίγνωστο τραγούδι «Ας κρατήσουν οι χοροί». Στην τελευταία σελίδα,  ο Σταύρος Λυγερός κλείνει το άρθρο του λέγοντας: Το επόμενο διάστημα η ΔΗΜΑΡ θα βρεθεί στη μέγγενη, γεγονός που θα την υποχρεώσει να ξεκαθαρίσει «με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει».  Η τελευταία φράση είναι φυσικά παρμένη από το παλιό τραγούδι «Οι παλιοί μας φίλοι».

Πολλές φορές σκέφτηκα στο παρελθόν να πάρω ένα ψαλίδι και να φτιάξω μια συλλογή με αποκόμματα  με ατάκες από στίχους του Διονύση. Θα είχα γεμίσει ένα άλμπουμ ως τώρα.

Αναρωτιέμαι τι το ιδιαίτερο έχουν  οι στίχοι του Σαββόπουλου, συχνά γραμμένοι πριν από αρκετές δεκαετίες, και διατηρούν την επικαιρότητά τους, ενώ κάποιοι έγιναν σλόγκαν, όπως «στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει». Γιατί άραγε τέτοιο πράγμα δεν έχει ξανασυμβεί με άλλο στιχουργό ή ποιητή μας; Δεν μπόρεσα να βρω μιαν απάντηση. Το μυστήριο παραμένει. Καμιά ιδέα;

269. Οι καταλήψεις και ο Σαββόπουλος

Οι φοιτητικές πολιτικές παρατάξεις ψηφίζουν κατάληψη στις σχολές τους, όμως οι αρχηγοί των παρατάξεων αυτών, και των πλέον ακραίων, αδιαφορούν. Τα παιδιά τους σπουδάζουν σε ιδιωτικά λύκεια στη Ελλάδα και σε πανεπιστήμια του εξωτερικού.

«Δεν ήμουν εκεί, κτύπαε τον αέρα!» έλεγε παλιά ο Σαββόπουλος…

179. Κωλοέλληνες...

Όταν, πριν χρόνια, άκουσα το τραγούδι του Σαββόπουλου "Κωλοέλληνες", σαν πρωτοβγήκε, θύμωσα πολύ με τον συνθέτη. Θεώρησα ότι θίχθηκε ο πατριωτισμός μου. Μέχρι που σκέφτηκα, τότε, να κάνω πακέτο όλους τους δίσκους του (διαθέτω την πλήρη συλλογή, ακόμη και τα πρώτα 45άρια) και να του την στείλω πεσκέσι, "εις ένδειξιν διαμαρτυρίας".
Με την πάροδο του χρόνου όμως, άρχισα να ανακαλύπτω, σιγά σιγά, πόσο δίκιο είχε. Ώσπου τον δικαίωσα πλήρως. Ο άνθρωπος ήταν μπροστά από την εποχή του.