Φίλε επισκέπτη,

Καλωσόρισες στο ιστολόγιό μου .

Είμαι ο Άρης Γαβριηλίδης γεννημένος το 1948 στον Πειραιά. Σπούδασα οικονομικά στην Νομική Αθηνών και σταδιοδρόμησα ως διευθυντικό στέλεχος σε ναυτιλιακές τράπεζες και επιχειρήσεις. Τώρα ασχολούμαι αποκλειστικά με τις δύο παλιές μου αγάπες: τη συγγραφή βιβλίων και την μικρογλυπτική (readymade, assemblance art)

Εδώ καταγράφω όσες από τις σκέψεις μου θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευτούν. Εκθέτω επίσης φωτογραφίες από τα τεχνουργήματά μου, παρμένες από την "γκαλερί" της προσωπικής μου ιστοσελίδας: http://www.arisgavriilidis.gr/

Διευκρίνιση: ο τίτλος του blog, Aris-tourgimata, δεν οφείλεται σε οίηση αλλά σε λογοπαίγνιο: συνδυάζει το όνομά μου (Άρης) με τα δημι-ουργήματά μου (σκέψεις και τεχνουργήματα).

Φίλε επισκέπτη, ελπίζω να βρεις το ιστολόγιό μου ενδιαφέρον. Το σχόλιά σου ευπρόσδεκτα.

Σε περιμένω και:

Στην ιστοσελίδα μου: http://arisgavriilidis.gr/
στο Facebook: Aris Gavriilidis
στο Twitter: @agavriel1

EMAIL

436. Η παχυντική...λογοτεχνία!

 
    Ένα βιβλίο με διηγήματα είναι ένας δίσκος με ουζομεζέδες. Ο καθένας έχει την δική του διαφορετική γεύση και νοστιμιά. 
    Το μυθιστόρημα είναι ένα επίσημο δείπνο, μακράς διαρκείας. 
    Το καθένα έχει την δική του γοητεία. Προσωπικά, απολαμβάνω εξ ίσου και τα δύο. Ίσως εκεί οφείλεται η τάση προς το...πάχος!
 
(Εικονίζεται έργο μου από την συλλογή "Σιγά τ' αυγά!")

435. Η άγνωστη ημερομηνία θανάτου

   Το γεγονός ότι η ημερομηνία θανάτου μας παραμένει άγνωστη (εξαιρώντας τους αυτόχειρες) δίνει νόημα στη ζωή μας.
   Το άγνωστο της ημερομηνίας αυτής είναι ο θεμέλιος λίθος πάνω στον οποίο ισορροπεί η ανθρωπότητα. Αν εξέλειπε, θα κατέρρεαν τα πάντα.
   Μια ανθρώπινη κοινωνία  που θα χτιζόταν με βάση την γνώση αυτής της  ημερομηνίας θα μας ήταν αδιανόητη. 
(Εικονίζεται η γελιογραφία μου με τίτλο "Αυτόχειρ")

434. Η "δίκοπη" απληστία


Η γενεσιουργός αιτία του Κακού είναι η απληστία. Φόνος, ληστεία, κλοπή, μοιχεία, βιασμός, πόλεμος, φθόνος, απάτη έχουν ένα και μοναδικό αίτιο: να αποκτήσω κάτι που δεν έχω (α) έστω και αν δεν το δικαιούμαι επειδή δεν μου ανήκει και (β) έστω κι αν αυτό που θέλω να αποκτήσω το έχω ήδη εις πολλαπλούν.
Ταυτόχρονα όμως η γενεσιουργός αιτία της προόδου της ανθρωπότητας είναι η «απληστία». Οι δυνάμεις της πολιτιστικής, τεχνολογικής, επιστημονικής και οικονομικής εξέλιξης του ανθρωπίνου είδους στηρίζονται στην απληστία. Αν δεν υπήρχε αυτή θα ζούσαμε ακόμη στις σπηλιές και θα τρώγαμε βελανίδια.
Επομένως η απληστία είναι για καλό ή για κακό. Σαν το μαχαίρι (σφάζεις ή χειρουργείς), την φωτιά (καις ή ψήνεις) ή την ατομική ενέργεια (παραγάγεις ενέργεια ή  βόμβες).
(Απόσπασμα από  το βιβλίο μου "Αντίο, Άγχος!")

433. Ευρυδίκη: μια καταπληκτική θεατρική παράσταση

   Είδα, στο θέατρο "Πορεία", την παράσταση: "Ευρυδίκη" ή «Ένα μιούζικαλ στον Άδη», της νέας αμερικανίδας συγγραφέως Sarah Ruhl. Στηρίζεται στον γνωστό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Ονειρική σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου, υπέροχη μουσική, έξοχοι ηθοποιοί, εξαιρετικά κοστούμια.
   
  Αυτό που πρόσθεσε την  "τέταρτη διάσταση" και απογείωσε την παράσταση ήταν η κίνηση των ηθοποιών, την οποία δίδαξε η ταλαντούχος Ζωή Χατζηαντωνίου.
   
   Κάθε Τετάρτη, γενική είσοδος 10 ευρώ. Περισσότερα για την παράσταση εδώ: http://www.poreiatheatre.com/gr/performances/current/eyrydiki/

432. Το άδοξο τέλος των αγαλμάτων


Θαυμάζουμε τα αρχαία μαρμάρινα αγάλματα αλλά μάς διαφεύγει το γεγονός ότι αυτά αντιπροσώπευαν μόλις το 10% του συνόλου. Το υπόλοιπο 90% ήσαν χάλκινα, φτιαγμένα σύμφωνα με την έξυπνη τεχνική του "χαμένου κεριού". Λίγα αριστουργήματα διασώζονται μέχρι σήμερα, όπως ο Έφηβος των Αντικυθήρων (εικονίζεται), ο Ποσειδώνας του Αρτεμισίου, αμφότερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ή ο διάσημος Ηνίοχος, στο Μουσείο των Δελφών. Η μεγάλη τους πλειονότητα έπεσε θύμα του υλικού τους. Σε περιόδους πολέμου, τα έλιωναν για να κάνουν τον χαλκό τους ασπίδες.

Διαβάζω στον τύπο ότι οκτώ σύγχρονες, ορειχάλκινες προτομές, τοποθετημένες σε δημόσιους χώρους έχουν εξαφανιστεί τον τελευταίο καιρό. Μεταξύ αυτών εκείνη του Νίκου Καζαντζάκη (έργο του Απάρτη) και του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου (έργο του Βαλσάμη) που στόλιζαν τον περίβολο του Πνευματικού Κέντρου Αθηναίων. Από τις οκτώ, μόνο τέσσερις πρόλαβε η αστυνομία πριν καταλήξουν στο χυτήριο.

Ασπίδες τότε, ευρώ τώρα. Πόλεμος τότε, πείνα τώρα.

431. Κλειτοριδεκτομή


"ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΑΝΟΧΗ ΣΤΟΝ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΓΕΝΝΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ"
 
Με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, στις 8 Μαρτίου, η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αρμόδια για θέματα δικαιοσύνης, θεμελιωδών δικαιωμάτων και ιθαγένειας, Βίβιαν Ρέντινγκ, γράφει για τη βίαιη πρακτική του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Το in.gr δημοσιεύει το άρθρο της ΕΔΩ: http://news.in.gr/world/article/?aid=1231238855
 
Επί τέλους, κάτι αρχίζει να κινείται για αυτό το εξευτελιστικό, για ολόκληρη την ανθρωπότητα, ζήτημα.   Ελπίζω πως γρήγορα θα υπάρξουν απτά αποτελέσματα.

430. Μην πυροβολείτε τον αναγνώστη!

Από την "Καθημερινή" της 28/2/2013, τίτλοι ειδήσεων και άρθρων (οι υπογραμμίσεις δικές μου):
·        Ισόβια στον Παπαγεωργόπουλο
·        Έκθεση "κόλαφος" ΔΝΤ και Ε.Ε. για εφορίες
·        Αυξήθηκαν ραγδαία οι κλήσεις βοηθείας στο "Χαμόγελο"
·        Τεμάχισε και έβρασε το πτώμα άνδρα, για να εξαφανίσει τα ίχνη του φόνου
·        Άρχισαν ήδη οι συγκρούσεις Μπερσάνι-Γκρίλο
·        "Η Ιταλία εξέλεξε δύο κλόουν" είπε ο Στάινμπρουκ
·        Αφγανός αστυνομικός σκότωσε 17 συναδέλφους
·        Επίθεση αυτοκτονίας στο βόρειο Μάλι
·        Λουκάνικα με αλογίσιο κρέας
·        Συνελήφθη η Έλμπα Έστερ Γκορδίγιο (για υπεξαίρεση 120 εκατ. ευρώ).
·        SOS για υφάλους με κοράλλια
·        Αύξηση κρουσμάτων καρκίνου του μαστού
·        Μακελειό σε ελβετικό εργοστάσιο ξυλείας
·        Δόθηκαν εξηγήσεις, "πυριτιδαποθήκη" η ΑΕΚ
·        Το αίμα και η τιμή (άρθρο)
·        Το φάντασμα του λαϊκισμού (άρθρο)

Μην πυροβολείτε άλλο! Παραδίνομαι!

429. Mπακλαβαδάκι Πολίτικο (με φιστίκι Αιγίνης)


Στο σπίτι μιας φίλης μας, δοκίμασα ένα αριστουργηματικό μπακλαβά, με φιστίκι Αιγίνης, που της έμαθε μια Πολίτισσα. Της ζήτησα την συνταγή και μου την έδωσε ευχαρίστως. Είναι πανεύκολη:

Υλικά
  • 1 πακέτο φύλλο κρούστας
  • 250 γραμ. φιστίκι Αιγίνης ψίχα (σε φακελάκι, στον Σκλαβενιτη)
  • 250 γραμ. βούτυρο Lupak
  •  2 φλιτζάνια ζάχαρη
  • 1 λεμόνι
Εκτέλεση
  • Κόβουμε το φύλλο στο μέγεθος του πυρέξ (μέτριο, 25X35cm).
  • Απλώνουμε (ένα-ένα) 6 φύλλα στο πυρέξ, σκέτα, χωρίς βουτύρωμα.
  • Κόβουμε την ψίχα φιστίκι στο μπλέντερ, σε χοντρούς κόκκους,  προσθέτουμε  μια κουταλιά ζάχαρη και την απλώνουμε στα φύλα.
  • Απλώνουμε και τα υπόλοιπα 6 φύλλα (ένα-ένα).
  • Το κόβουμε με ένα μαχαίρι (για να κόβεται ευκολότερα, το βάζουμε προηγουμένως για λίγο στο ψυγείο, για να σφίξει η ζύμη)
  • Περιχύνουμε ζεσταμένο και λιωμένο το βούτυρο.
  • Ψήνουμε στους 180 βαθμούς, στον αέρα, για 40 λεπτά.
  • Στο μεταξύ έχουμε φτιάξει το σιρόπι (1 φλιτζάνι νερό, δύο ζάχαρη, ολόκληρη την φλούδα ενός λεμονιού και ένα κουτάλι του γλυκού χυμό λεμόνι) και το έχουμε αφήσει να κρυώσει.
  • Βγάζουμε από τον φούρνο και περιχύνουμε με κρύο σιρόπι. 
Καλή σας όρεξη!

428. Ο «μπάτσος» και ο αστυφύλακας

Από την ειδησεογραφία της 20/2/2013 στο in.gr:
Θεσσαλονίκη. Μια 23χρονη, η οποία αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της βουτώντας στα νερά του Θερμαϊκού, σώθηκε χάρη στην αυτοθυσία που επέδειξαν δύο άνδρες της ομάδας ΔΙΑΣ. Οι αστυνομικοί πήδηξαν  στη θάλασσα για να την σώσουν. Το περιστατικό συνέβη μετά τα μεσάνυχτα της Τρίτης, στο ύψος του Ποσειδώνιου. Στο σημείο έσπευσαν αρχικά τέσσερις δικυκλιστές αστυνομικοί, από τους οποίους δύο έπεσαν στη θάλασσα και με τη βοήθεια ενός ιμάντα τράβηξαν την 23χρονη στο πλακόστρωτο της παραλίας.
   Την ώρα που εμείς κοιμόμαστε,  κάποιοι πηδούν στα παγωμένα νερά για να σώσουν μια ζωή. Συχνά αντιμετωπίζουν οπλισμένους κακοποιούς και ενίοτε πέφτουν νεκροί στο βωμό του καθήκοντος.
   Και όμως αυτούς τους εργαζόμενους νέους με τον γλίσχρο μισθό, κάποιοι τους χλευάζουν αποκαλώντας τους "μπάτσους". Δεν υπάρχουν κακοί αστυνομικοί; Ναι, όπως υπάρχουν και κακοί γιατροί, δικηγόροι, δικαστές, ιερείς, βενζινοπώλες, ζαχαροπλάστες και εκπαιδευτικοί. Όμως χλευάζουν μόνο τους αστυνομικούς. Που όταν κινδυνεύσει η ζωή, η σωματική ακεραιότητα ή η περιουσία τους, στους "μπάτσους" προστρέχουν να "καθαρίσουν" με κίνδυνο της ζωής τους. Μικρόνοια; 

427. Ο Δημ. Νανόπουλος και οι "Γουλιμήδες"

Το επιστημονικό κύρος και οι φήμη του φυσικού Δημήτρη Νανόπουλου είναι γνωστή σε όλη την υφήλιο. Στον κατάλογο των θεωρητικών φυσικών το όνομά του είναι τρίτο παγκοσμίως. Έχει προταθεί δύο φορές για το βραβείο Νόμπελ Φυσικής. Δοξάζει παγκοσμίως την Ελλάδα.

Για να μην ξεχνάμε όμως, το 1998 υπήρξε πρωτοβουλία ομάδας 32 πανεπιστημιακών, κυρίως μέλη του Διδακτικού, Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) του τμήματος Φυσικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, για την μετάκληση του Δημήτρη Νανόπουλου στο συγκεκριμένο τμήμα.

Το εντεκαμελές εκλεκτορικό σώμα που κλήθηκε να αποφασίσει απέρριψε την πρόταση με ψήφους 6-4. Κατά ψήφισαν οι: Νίκος Αντωνίου, Ανδρέας Κοντογούρης, Χρήστος Κτορίδης, Απόστολος Παναγιώτου, Κωνσταντίνος Παπανικόλας και Ανδρέας Πολύδωρος, ενώ υπέρ οι: Δημοσθένης Ασημακόπουλος, Αθανάσιος Λαχανάς, Γεώργιος Παπαδόπουλος και Λεωνίδας Ρεσβάνης. Ο κ. Παναγιώτης Βαρώτσος ήταν απών.

Οι "Γουλιμήδες" ενίκησαν.

426. Βροχή σε τσίγκινη στέγη

    Ευτύχησα να ακούσω την συναυλία της βροχής στη λαμαρίνα του πλυσταριού, στο πατρικό μου σπίτι κι, αργότερα, στην παλιά αποθήκη του εξοχικού μου.
    Όλο το κτίσμα γινόταν ένα μουσικό όργανο, ένα ταμπούρλο, που είχε φύλλα λαμαρίνας αντί για τεντωμένο δέρμα. Κάθε σταλαγματιά έκανε τον δικό της ήχο, ανάλογα με το σημείο που έπεφτε, μολονότι δεν μπορούσες να τον απομονώσεις. Όπως δύσκολα εντοπίζεις την μελωδία του συγκεκριμένου βιολιού ανάμεσα στα όργανα της ορχήστρας. Κι ύστερα, ήταν η ποικιλία των ήχων που άλλαζε με τον ρυθμό της βροχής (γρήγορος ή αργός), με το βαθμιαίο δυνάμωμα-κρεσέντο, με το μέγεθος των σταγόνων και με την γωνία προσπτώσεως.
     Στην συναυλία της φύσης, έμπαιναν κι άλλα όργανα: ο ήχος του ανέμου, το σφύριγμα στα ηλεκτρικά καλώδια, το θρόισμα των φύλλων, το αστροπελέκι που έμοιαζε με δυνατό χτύπημα στην γκραν κάσα. Κι όλα αυτά πλαισιωμένα με τα φωτορυθμικά των αστραπών και γαρνιρισμένα με την ευωδιά του βρεγμένου χώματος.
    Τώρα πια δεν βρίσκεις τσίγκινη στέγη, ούτε για δείγμα. Στη αρχή το ελενίτ και μετά τα συνθετικά κεραμίδια την εξαφάνισαν.
Ενώ κυκλοφορούν διάφορα cd με φυσικούς ήχους, (κελάηδισμα πουλιών, κελάρυσμα νερού, παφλασμός κυμάτων), τίποτε δεν βρήκα για βροχή σε τσίγκινη στέγη.
     Ίσως κάποτε, ένας ευφάνταστος μουσικοσυνθέτης να παρουσιάσει ένα κομμάτι για «βροχή σε λαμαρίνα» με συνοδεία και άλλων μουσικών οργάνων. Ιδανικό το τσέμπαλο, που το γνωστό αστείο θέλει τον ήχο του να μοιάζει με «χορό σκελετών πάνω σε τσίγκινη στέγη»…

425. Τρεις ρώγες…

                       Τρεις ρώγες:
                       του σταφυλιού
                       του δάχτυλου
                       του στήθους σου.
        (Από την ποιητική μου συλλογή "Μονοκοτυλήδονα) 

424. Ανδροκρατούμενη τράπεζα

Είναι γνωστό πώς ο Κωνσταντίνος Καψάσκης, ιδρυτής και πρόεδρος της Τράπεζας Εργασίας που ιδρύθηκε το 1975, προτιμούσε τους άνδρες υπαλλήλους πιστεύοντας πως οι γυναίκες είναι φύρα. Δεν γνωρίζω σε ποιο βαθμό η πρακτική αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα από την τράπεζα που ιδρύθηκε από παλιά στελέχη της, όταν η Εργασίας συγχωνεύθηκε με άλλη τράπεζα. 

Με θητεία δεκαετιών σε διευθυντικά πόστα Ελληνικών και ξένων τραπεζών, δικαιούμαι να ομιλήσω εκ πείρας: Η αποδοτικότητα και η συμπεριφορά ενός ιδιωτικού υπαλλήλου δεν έχει σχέση με το φύλο του. Εξαρτάται κυρίως από την κουλτούρα και το κλίμα που επικρατεί στην εταιρεία που εργάζεται, είτε είναι τράπεζα είτε ψιλικατζίδικο. Ξέρει πως αν δεν συμμορφωθεί με αυτό, αν δυστροπεί χωρίς λόγο, αν δημιουργεί προβλήματα, αν δεν αποδίδει, τον περιμένει η πόρτα της εξόδου.

Στην καριέρα μου, έχοντας συνεργαστεί με εκατοντάδες γυναίκες, διεπίστωσα ότι σε τίποτε δεν υστερούν από άνδρες συναδέλφους τους. Ενίοτε δουλεύουν σκληρότερα από τους άρρενες για να ξεπεράσουν την ανδρική προκατάληψη  σχετικά με το φύλο τους.

Το κλίμα μέσα στην εταιρεία το διαμορφώνουν οι ιθύνοντες. Οι υπάλληλοι, άνδρες και γυναίκες, ακολουθούν. Η προκατάληψη εναντίον του γυναικείου φύλου προδίδει αδυναμία των ιθυνόντων και όχι των γυναικών.

423. Η ηθική της παρθενίας

      Η κυρία Ελένη, 75 ετών, μας έλεγε τις προάλλες ότι, μετά τον γάμο της, το 1960, η μητέρα της τής ζήτησε να ελέγξει την “παρθενιά” της στο σεντόνι, με την απειλή ότι, διαφορετικά, κάποια προικιά που της είχε δώσει, θα τα έπαιρνε πίσω και θα τα έδινε σtην ανύπανδρη, τότε, μικρή αδελφή της.
      Πέραν του γραφικού της υποθέσεως, αναρωτήθηκα γιατί η εμμονή της μητέρας της στο θέμα αυτό. Κατέληξα στα εξής συμπεράσματα:
     Όταν, με την καταστροφή του 1922 ήλθαν πρόσφυγες από την Μικρασία, η μητέρα της, χήρα με έξι παιδιά, τέσσερις κόρες και δυο γιους, έφτυσαν αίμα για να επιβιώσουν, να αναστηθούν, να παντρευτούν τα παιδιά και να κάνουν δικές τους φαμίλιες. Και όλα αυτά σε μια Ελλάδα κατεστραμμένη οικονομικά, με φτωχούς κατοίκους, που έβλεπαν εχθρικά τους “πρόσφηγκες” όπως τους αποκαλούσαν χλευαστικά, για να τους παρομοιάσουν με σφήγκες.
     Το μόνο που τους έμενε σαν περιουσιακό στοιχείο ήταν η τιμιότητα. Ήσαν υπερήφανοι γι' αυτήν και αντλούσαν δύναμη, κοινωνική καταξίωση και αυτοσεβασμό. Έμειναν ιστορικές οι φράσεις “πτωχός αλλά τίμιος” “η πτωχή αλλά τιμία Ελλάς”. Η τιμιότητα ήταν το μεγάλο αντίδοτο στην φτώχεια.
      Το φαινόμενο αυτό επετείνετο από τους ηθικούς κινδύνους που ενέδρευαν για τις φτωχές κοπέλες. Σαν ασπίδα ενεντίον του, εδόθη από την κοινωνία μεγάλη έμφαση στην παρθενία. Έγινε ταμπού και πότισε όλα τα μέλη της κοινωνίας. Για τις ίδιες τις κοπέλες έγινε “ό,τι πιο ακριβό είχαν”, για τους πατεράδες και τους αδελφούς ήταν η αιτία “εγκλημάτων τιμής”, για τους γαμπρούς στοιχείο της προίκας ή και η ίδια η προίκα.
      Έτσι, η κοινωνία και οι γονείς των κοριτσιών έμεναν ευχαριστημένοι που είχαν ένα μπαμπούλα για να προστατεύσουν τα φτωχά κορίτσια από τον κίνδυνο εκμαυλισμού τους από εύπορους άνδρες. Η παρθενία ήταν ένα άυλο υποκατάστατο μηδαμινής ή ανύπαρκτης προίκας.  Οι γαμπροί έμεναν ευχαριστημένοι γιατί έπαιρναν παρθενία αντί της ανύπαρκτης προίκας.
      Αυτές οι αντιλήψεις, όπως ήταν φυσικό, είχαν διαποτίσει όλα τα κοινωνικά στρώματα, ιδιαιτέρα όμως τα οικονομικώς ασθενέστερα. Κανένα έγκλημα τιμής δεν διαπράχθηκε  τότε από κάποιον εύπορο. Τουναντίον, μια γερή προίκα ήταν ικανή να κάμψει τους ενδοιασμούς των γαμπρών για μη παρθένο νύφη.
      Μπορεί στην εποχή μας η παρθενία να φαντάζει ανοησία αλλά στην εποχή της ήταν δημιούργημα κοινωνικών αναγκών με θύμα τις γυναίκες, που ήσαν οικονομικά ασθενέστερες. Όταν πια οι οικονομικές ανάγκες εξέλιπαν η παρθενία έπαψε να παίζει τον ρόλο της.

422. Το απρόσμενο τέλος


Όταν ζω μια ευχάριστη κατάσταση ή μια ανέμελη περίοδο της ζωής μου σχεδόν ποτέ δεν μπορώ να ξέρω πότε θα τελειώσει. Το τέλος της έρχεται συχνά με αναπάντεχο τρόπο. Σκέφτομαι πόσες φορές έχει συμβεί κάτι για τελευταία φορά, σ’ εμένα ή σε κάποιον άλλο. Χωρίς όμως ούτε εγώ ούτε ο άλλος να είχαμε υποπτευθεί ότι αυτό το κάτι μάς συνέβαινε για τελευταία φορά. Το μαθαίναμε  αργότερα, εκ των υστέρων.  Για παράδειγμα, όταν πριν δυο εβδομάδες συναντήθηκα με τον φίλο μου, τον Ζαφείρη, δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα γιατί την επόμενη ημέρα έπαθε καρδιακή προσβολή.

Το συμπέρασμα είναι ότι η ημερομηνία λήξης οποιασδήποτε ευχάριστης κατάστασης είναι απροσδιόριστη. Αυτό κάνει την σημασία τού «enjoy it while it lasts» (απόλαυσέ το όσο διαρκεί) ακόμη μεγαλύτερη.
(Από το βιβλίο μου "Αντίο, Άγχος!")

421. Παλιό καφενείο (5/5)

Στην επαρχία, στα καφενεία γίνονταν οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Ο κινηματογραφιστής με την φορητή μηχανή, η καραγκιοζοποπαίχτης, τα θεατρικά μπουλούκια, στο καφενείο εύρισκαν στέγη, όπως μαρτυρά και ο "Θίασος" του Αγγελόπουλου (εικονίζεται το καφενείο της Άμφισσας όπου γυρίστηκε η σκηνή).
      Το καφενείο στα απόμερα χωριά ήταν κάποτε το "κέντρο διερχομένων". Ο επισκέπτης εκεί απευθυνόταν για να ενημερωθεί και να φάει πρόχειρα δυο αυγά τηγανητά.   
      Η κοινωνική συνεισφορά του καφενείου συνδέεται με την κοινωνική διάσταση του καφέ. Είναι ο «καφές της παρηγοριάς» μετά τις κηδείες. "Κερνούσες ούζα / και κονιάκ στο καφενείο" τραγουδούσαν οι Κατσιμιχαίοι. Η πρόφαση για προσφορά φιλοδωρήματος (ενίοτε και λαδώματος) «κι αυτά για ένα καφέ». Το φάρμακο στην στενοχώρια «για να πάνε κάτω τα φαρμάκια» και αντίδοτο στο μεθύσι με ένα σκέτο καφέ.  Η συντροφικότητα και το ζεστό κλίμα που αναδύεται πίνοντας ένα καφέ με φίλο ή με παρέα, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από άλλα ποτά π.χ. τσάι. Ο καφές είναι τo κατεξοχήν κέρασμα του επισκέπτη στον επαγγελματικό χώρο. Είναι όμως και το πρώτο δείγμα φιλοξενίας στο σπίτι. Η πρόσκληση «για καφέ» στο φλερτ. Αλήθεια, πόσες ερωτικές ιστορίες άρχισαν, πόσοι γάμοι έγιναν, πόσα παιδιά γεννήθηκαν ξεκινώντας από «ένα καφέ»;
      Δύσκολη η δουλειά του καφετζή. Αξημέρωτα άνοιγε το μαγαζί, κοντά μεσάνυχτα το έκλεινε. Έβαζε τότε τις ψάθινες καρέκλες πάνω στα ξύλινα τραπέζια με το μάρμαρο και σκούπιζε το πάτωμα για να είναι καθαρό την άλλη μέρα. Γι' αυτόν δεν υπήρχαν Σαββατοκύριακα, γιορτές και σχόλες. Παραμονή πρωτοχρονιάς, ξενυχτούσε, αφού για ένα βράδυ, με την ανοχή της αστυνομίας, παίζανε τριανταμία, πλακάκια, πόκα, ή μπαρμπούτι. 
      Πριν λίγα χρόνια  πήγα διακοπές στην Νάξο. Μπαίνοντας στην Απείρανθο πήρα σβάρνα όλες τις καφετέριες ζητώντας καφέ στο μπρίκι. Δεν είχε ούτε μια. Σέρβιραν εκείνο τον απαίσιο που έπινα στο ΚΨΜ στο στρατό, βρασμένο στιγμιαία στο ρύγχος του ατμού. Τελικά βρήκα στο ωραίο μαγαζί του Λευτέρη.  "Καθίσαμε στο ίδιο καφενείο..../ Είχε μονάχα νεσκαφέ, τέρμα το μπρίκι / στο διπλανό τραπέζι ούζο με φιστίκι" διαπίστωνε από καιρό η Αρλέτα.
      Το παραδοσιακό καφενείο πέθανε από χρόνια. Την θέση του πήρε η γνωστή καφετέρια.  Κι όμως, σε κάποιες γωνιές της Ελλάδας υπάρχουν ακόμη, δίνοντας την στερνή μάχη με τον χρόνο. Ας τα ανακαλύψουμε.
-τέλος-

420. Το παλιό καφενείο (4/5)


Στη θερινή ραστώνη, η ζέστη του ήλιου έφερνε αποχαύνωση.  Αυτή αποτυπωνόταν στον τρόπο που κάθονταν κάποιοι θαμώνες. Αραχτοί σε δύο καρέκλες, η δεύτερη ακουμπιστήρι για τα πόδια. Ενίοτε μια τρίτη υποβάσταζε τη μασχάλη. Σε φιλικό κύκλο, κάποιοι κάθονταν ανάποδα με την ράχη της καρέκλας μπροστά. 
      Από τα καφενεία παρέλαυναν καθημερινά διάφοροι πλανόδιοι. Φωτογράφοι, που απαθανάτιζαν σε ασπρόμαυρο την παρέα, λαχειοπώλες, κουλουρτζήδες, φιστικάδες ("και μονά-ζυγά παίζω"), λοταριατζήδες,  λούστροι, γυρολόγοι, επιτήδειοι, τάχα ξέμπαρκοι ναυτικοί που πουλούσαν λαθραίους αναπτήρες, ρολόγια και υφάσματα. Δεν έλειπαν και οι σαλοί της περιοχής, όπως ο Κατάσκοπος με το βαλιτσάκι, ο Τρελομαραμένος με τον σουγιά, ο Γόης με το τσουβάλι κι ο Κώστας που, πάντα αμίλητος, τσαλαβουτούσε με τα παπούτσια στους νερόλακκους του δρόμου. Οι θαμώνες τους πείραζαν. 
      Ανέκαθεν τα καφενεία ανά την επικράτεια είχαν μεγάλο κοινωνικό ρόλο. Δεν υπάρχει Ελληνική γωνιά που να μην έχει το δικό της. Εκεί λειτουργούσε άτυπα η αρχαία "εκκλησία του δήμου". Προσφιλές και συνηθέστερο θέμα, η πολιτική, με δεύτερο το ποδόσφαιρο. Καθένας έλεγε την άποψή του, το μακρύ και το κοντό του, διαφωνούσε, καυγάδιζε, έβγαζε τα απωθημένα του, κάκιωνε με τους αντιφρονούντες, φίλιωνε και όλοι μαζί ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις. Χαρακτηριστική η εμπειρία Αγγλίδας συγγραφέως σε καφενείο της Κρήτης: "Φώναζαν άγρια, τσακώνονταν μεταξύ τους. Ήσαν έτοιμοι να σφαχτούνε. Τρόμαξα. Ξαφνικά ηρέμησαν, άρχισαν να πίνουν και να τραγουδούν".
      Ας θυμηθούμε και τον χωρισμό σε γαλάζια και πράσινα καφενεία μιας εποχής. Σε προεκλογικές περιόδους, οι υποψήφιοι κατέφευγαν στα καφενεία της περιφέρειάς τους για να μιλήσουν στους "πελάτες" τους. Την ημέρα των εκλογών, τα μεγάλα καφενεία μετατρέπονταν σε εκλογικά κέντρα με τα τραπεζοκαθίσματα  στοιβαγμένα στη γωνιά.
      Το καφενείο ήταν ο τόπος συνάντησης φίλων ή γνωστών "πέρνα το βράδυ από το καφενείο να τα πούμε". Γι' αυτό και η επωνυμίες τους ήσαν συχνά "η συνάντηση", "των φίλων" κλπ. Ο Ορφέας Περίδης για μια τέτοια παρέα τραγουδούσε "Στο καφενείο στην Κυψέλη / ανταμώσανε τα μέλη / ούζο, τσιγάρο, τέλη Σεπτέμβρη".
      Για πολλούς ήταν το μόνιμο στέκι, ήξεραν οι άλλοι πού αλλά και την ώρα που θα τον βρουν, ειδάλλως ο καφετζή τους ενημέρωνε.  "Στο καφενείο έχουν δυο μήνες να τον δουν / Με την καλή του έχουν άλλο τόσο να βρεθούν" τραγουδά ο Νίκος Πορτοκάλογλου για κάποιον χαμένο θαμώνα.
     Ωρισμένα επαγγέλματα είχαν τα δικά τους καφενεία, όπως οι καλλιτέχνες στην Ομόνοια. Υπήρχε και το περίφημο καφενείο "των κυνηγών" απέναντι από το Δημοτικό θέατρο, στον Πειραιά. Κάποια μεγάλα διέθεταν και μπιλιάρδο.
-συνεχίζεται-

419. Το παλιό καφενείο (3/5)

Το καφενείο διέθετε και ναργιλέ (τουρκ. nargile). Τον παράγγελναν μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι, μάλλον πρόσφυγες, που τον κάπνιζαν αμίλητοι και σοβαροί. Χάζευα τις μπουρμπουλήθρες που σχηματίζοντας μέσα στο γυάλινο δοχείο με το νερό. Επιτυχία του ναργιλέ ήταν ο πολύ ψιλοκομμένος καπνός, το τουμπεκί  (τουρκ. tombeki), που ήταν δουλειά του ταμπή. Στο τουμπεκί οι χασικλήδες, στους τεκέδες, πρόσθεταν χασίσι. Στην αργκό, το "κάνε τουμπεκί" σήμαινε "σώπα". Στην εποχή μας, ο ναργιλές ήλθε πάλι στη μόδα και τον καπνίζουν νεαροί σε κάποια μαγαζιά που τον διαθέτουν
      Οι θαμώνες συζητούσαν, διάβαζαν εφημερίδα, έπαιζαν τάβλι έχοντας συχνά γύρω τους θεατές που σχολίαζαν φωναχτά τις κινήσεις τους.  Έπαιζαν και χαρτιά, κυρίως κολιτσίνα, ξερή, σκαμπίλι, ραμί, αβησσυνία, και πρέφα. "Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ / τσιγάρο, πρέφα και καφέ", τραγουδούσε ο Χατζής.  Ο χαμένος της παρτίδας κερνούσε τους  καφέδες ή τα ούζα.
      Το καλοκαίρι, η δράση του καφενείου μεταφερόταν έξω. Τα  τραπεζάκια του απλώνονταν στην πλατεία, στην σκιά των πανύψηλων ευκάλυπτων. Αυτή την ευκαιρία περιμέναμε και εμείς, τα αγόρια της γειτονιάς για να κάνουμε ανεφοδιασμό. Περνώντας τάχα αδιάφοροι ανάμεσα από τα τραπεζάκια μαζεύαμε από κάτω τα μεταλλικά καπάκια των αναψυκτικών που πετούσαν τα γκαρσόνια και τα άδεια κουτιά από τσιγάρα που πετούσαν οι θαμώνες.
Τι τα κάναμε; Μα, παιχνίδια φυσικά. Τα καπάκια στόλιζαν το πατίνι καρφωμένα επιδέξια στο όρθιο σανίδι του. Με ένα καπάκι ο καθένας παίζαμε στο ρείθρο του πεζοδρόμιου τινάζοντάς το μπροστά με τα δάχτυλα. Προσπαθούσαμε να ρίξουμε έξω το καπάκι του αντιπάλου μας χωρίς να πέσει το δικό μας. Όποιος έφτανε πρώτος στο τέρμα έκανε ένα "ρούμπο" (αντιδάνειο < ιταλ. rombo, < ελλ. ρόμβος). Κι ακόμη το καπάκι αναψυκτικού ήταν νομισματική μονάδα σε άλλα παιχνίδια.
   Και το τσιγαρόκουτο; Τότε κυκλοφορούσαν αποκλειστικά κασετίνες. Κρατούσαμε μόνο το πάνω μέρος από το καπάκι με την εικόνα. Με ένα πάκο από διαφορετικές μάρκες στο χέρι, σαν τραπουλόχαρτα, καθόμασταν με τον συμπαίκτη στο πεζοδρόμιο και ρίχναμε διαδοχικά από ένα "φύλλο". Αυτός που έριχνε ίδιο με το τελευταίο κέρδιζε όλο τα πακέτο που ήταν κάτω. Κι ακόμη πετούσαμε  από απόσταση ένα "φύλλο" στην ρίζα ενός τοίχου. Όποιος πλησίαζε πιο κοντά στον τοίχο έπαιρνε εκείνο του αντιπάλου.
-συνεχίζεται-

418. Το παλιό καφενείο (2/5)


Οι πελάτες ήσαν αποκλειστικά άνδρες, οι πιότεροι μουστακαλήδες σύμφωνα με την τοτινή μόδα. Αποτελούνταν από τους εγαζόμενους που έρχονταν μετά την δουλειά, οι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι και οι χασομέρηδες, κοινώς καφενόβιοι.
Τις Κυριακές με τα καλά τους, κουστουμάκι, (έστω τριμμένο και "γυρισμένο"), γραβάτα και  τραγιάσκα ή καπέλο (από το πιλοποιείον του Πουλόπουλου, στο Θησείο, γνωστό και ως Πιλ-Πουλ). Από πάνω παλτό ή καπαρντίνα αφού το κατάστημα δεν διέθετε θέρμανση και μια σόμπα στο κέντρο αδυνατούσε να ζεστάνει την μεγάλη σάλα. Το κρύο που έτσουζε έξω εύκολα διαπερνούσε τα μονά τζάμια, τις χαραμάδες και την πόρτα που ανοιγόκλεινε συνέχεια. Στο κρύο αυτό αναφέρεται κι ο στίχος του Νίκου Γκάτσου "Βοριάς και κρύο έξω φυσάει / κι ο καπετάνιος στο καφενείο / καπνό μασάει". Κατά τις τρεις η ώρα, η βαβούρα από τις ομιλίες και οι θόρυβοι από τα πούλια που χτυπιόνταν με μανία πάνω στο τάβλι κόπαζαν κι όλοι έστηναν αυτί να ακούσουν "την μπάλα" από το ραδιόφωνο πάνω στο ράφι.
       Το σκηνικό περιγράφει ωραία ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στους στίχους "Το λαϊκό το καφενείο / έχει μια πόρτα που όλο τρίζει / κι από το τζάμι μπαίνει κρύο / που μας θερίζει. / Όλες τις μέρες είναι άδειο / τις Κυριακές κάργα ως τη σκάλα / γιατί ανοίγουμε το ράδιο / κι ακούμε μπάλα. / Οι τακτικοί του οι πελάτες / ο χωροφύλακας ο Αντρέας / πέντ' έξι άνεργοι εργάτες / και ο κουρέας. / Κι εγώ που λες, παιδάκι πράμα / πότε ταμπής, πότε γκαρσόνι / χρόνια να καρτερώ το θάμα / που δε ζυγώνει"
       Ο πελάτης καλούσε με παλαμάκια το γκαρσόνι, που αποκρινόταν με το χαρακτηριστικό «έφτασέεεεε». Οι τακτικοί θαμώνες δεν χρειάζονταν να παραγγείλουν καφέ γιατί το γκαρσόν ήξερε πώς τον πίνουν. Όταν η παραγγελία καθυστερούσε να έλθει, ο ανυπόμονος πελάτης διαμαρτυρόταν «τι θα γίνει, ρε Μπάμπη, με εκείνο τον καφέ; Κόκαλα έχει;». Το «έφτασέεεεε...» του καφετζή και το «αυτό το τυχερό λαχείο ποιος θα το πάρει;» του τυφλού λαχειοπώλη στην Ομόνοια, έχουν μείνει στην νεοελληνική ιστορία.
       Σε λίγο κατέφτανε αχνιστός ο καφές, σε χοντρό φλιτζάνι, για να μην κρυώνει γρήγορα, σπάνια σε κρασοπότηρο, αν το ζητούσαν. Η πρώτη κίνηση του πελάτη ήταν να ανάψει τσιγάρο, αφού, όπως έλεγε ο πατέρας μου, "ο ρουφιάνος του τσιγάρου είναι ο καφές".  Ύστερα τραβούσε μια θορυβώδη ρουφηξιά από τον ζεματιστό καφέ και πλατάγιζε ηδονικά την γλώσσα του. Με μικρές, αργές γουλιές, κουβέντα και τσιγάρο, τον έφτανε μέχρι τον πάτο. Ο θεριακλής έριχνε λίγο νερό πάνω στον ντελβέ (τουρκικά telve), δηλαδή το κατακάθι, το ανακάτευε λίγο περιστρέφοντας το φλιτζάνι και το έπινε. Τον βραστό καφέ ο ταμπής τον έριχνε από ψηλά στο φλιτζάνι και σχηματίζονταν φουσκάλες, ενώ οι άλλοι είχαν ένα παχύ, βελούδινο καϊμάκι (τουρκιστί kaymak).  
-συνεχίζεται-

417. Το παλιό καφενείο (1/5)

         Χειμώνας του 1955, Κυριακή μεσημέρι. "Πήγαινε να φωνάξεις τον μπαμπά από το καφενείο. Το φαί είναι έτοιμο, πες του", μου παράγγειλε η μάνα μου.
       Σε δυο λεπτά βρισκόμουν στην είσοδο του μεγάλου, τρίφατσου καφενείου της πλατείας, με τις τζαμένιες βιτρίνες. "Καφενείον - Το Διεθνές- Ανδρέας Καλαφάτης" έγραφε η ξύλινη ταμπέλα πάνω από την είσοδο.
       Ανοίγοντας την πόρτα πήρα μια πρόγευση από αγγελοπουλικό "τοπίο στην ομίχλη" και φωσκολικό "ορατότης μηδέν". Το ντουμάνι από τα τσιγάρα και τους ναργιλέδες κυριαρχούσε. Μέσα από τα λευκά νέφη μπόρεσα, στο βάθος, να διακρίνω την φιγούρα του πατέρα μου, που έπαιζε τάβλι. Ακολουθώντας τον στενό διάδρομο, ανάμεσα στα τραπέζια με τις ψάθινες καρέκλες και πατώντας γόπες, άδεια κουτιά από τσιγάρα και μεταλλικά καπάκια αναψυκτικών τον πλησίασα. Με είδε και έκανε σινιάλο  ότι έρχεται.
       Στα λίγα λεπτά της παρουσίας μου εκεί, η φωτογραφική μου μνήμη κατέγραφε κάθε λεπτομέρεια. Στο βάθος, πίσω από τον πάγκο, ο ταμπής, ο βασιλιάς του καφενείου. Όρθιος με τα μπρίκια του (τουρκιστί imbrik), πάνω στη χόβολη, που την ετοίμαζε από βραδύς στο μικρό τζάκι του, δεχόταν φωναχτά τις παραγγελίες από τα γκαρσόνια με τις άσπρες ποδιές, δοσμένες στην ακαταλαβίστικη σε μένα ορολογία του τότε τούρκικου και νυν ελληνικού καφέ: γλυκύ βραστός, βαρύ γλυκός, ναι και όχι, πολλά βαρύς, μέτριος βαρύς, και πάει λέγοντας. Βασικό εργαλείο του ήταν το κουταλάκι, πολύ μικρό για να μετρά με ακρίβεια τις δόσεις του καφέ και της ζάχαρης. Για παράδειγμα, ο βαρύ γλυκός ήθελε τρεις καφέ και τέσσερεις ζάχαρη, ο πολλά βαρύ γλυκός τέσσερεις καφέ και έξι ζάχαρη, ενώ ο μέτριος βαρύς τρεις καφέ και τρεις ζάχαρη.
       Πιο δίπλα, ο βοηθός του, ο παραταμπής, έπλενε στο χέρι τα φλιτζάνια (τουρκικά filcan), και τα ποτήρια που τα γέμιζε νερό της βρύσης (εμφιαλωμένο δεν υπήρχε, Καραντάνη Λουτρακίου έπιναν κυρίως οι νεφροπαθείς) και τα έβαζε στο δίσκο στην σειρά. Από εκεί τα έπαιρναν τα γκαρσόνια μαζί με τους καφέδες που είχαν παραγγείλει.
       Στον τοίχο μια κάθετη ταμπέλα έγραφε "Τιμολόγιον" και από κάτω τα είδη που σερβίριζε: καφές, τέιον, γκαζόζα, πορτοκαλάδα, λεμονάδα, (κόκα κόλα, σέβεν απ, σπράιτ κλπ ήλθαν πολύ αργότερα), γάλα ποτήρι, γλυκό κουταλιού, λουκούμι, βανίλια (το γνωστό υποβρύχιο), κονιάκ και, φυσικά, ούζο, μπύρα. Δίπλα, με την κιμωλία γραμμένες οι τιμές σε δραχμές και λεπτά.  Πιο δίπλα ένας μεγάλος καθρέφτης και παρακεί κορνίζες που διαφήμιζαν τσιγάρα και αναψυκτικά. Από το ταβάνι κρέμονταν οι λάμπες-σωλήνες φθορίου που έβγαζαν ένα άσπρο, ψυχρό φως.
(συνεχίζεται)

416. Οι φούστες στα μοναστήρια

Η πρακτική της πρόσθετης φούστας που επιβάλλεται στις επισκέπτριες για την είσοδό τους στα μοναστήρια, μολονότι  αναχρονιστική, από μια άποψη έχει την λογική της. Διαφορετικά, πέφτεις στην παγίδα να ορίσεις το άσεμνο ή το μη κόσμιο. Που θα βάλεις το όριο στο γυναικείο παντελόνι; Πόσο κοντό, στενό, εφαρμοστό ή αποκαλυπτικό μπορεί να είναι;

415. "Γεια, χαρά"


Ο χαιρετισμός που απευθύνουμε στους φίλους μας, το «γεια σου», «γεια χαρά» ή σκέτο «γεια» δεν είναι κάποια λέξη που δεν σημαίνει τίποτε όπως το Αγγλοαμερικανικό και το Γαλλικό «hello»ή το Ιταλικό «ciao». Αντίθετα, είναι μεστή νοήματος: η πιο σημαντική ευχή που μπορεί να δώσεις σε κάποιον: «Να έχεις υγεία» ή «να έχεις υγεία και χαρά».

Κι όμως, το «γεια χαρά» έχει φθαρεί τόσο πολύ από την καθημερινή χρήση, που το λέμε χωρίς να καταλαβαίνουμε το νόημά του. Επί πλέον, έχει πάρει και μια «λαϊκή χροιά», κάτι σαν αργκό. Αυτό φαίνεται και από την «μάγκική» της εκδοχή: προσθέτοντας στο τέλος ένα «νταν» έχει γίνει «γεια χαραντάν»!

          (Από το βιβλίο μου "Αντίο, Άγχος!")
 
"Γεια, χαρά!", λοιπόν, υγεία και χαρά, σε όλους για το νέον έτος.



414. Οι αξιότεροι Έλληνες όλων των εποχών

Πριν από καιρό, το κανάλι του Σκάι ζήτησε να ψηφισθούν οι πέντε αξιότεροι Έλληνες όλων των εποχών. Παρέλειψα να συμμετάσχω αλλά θεωρώ τους εξής: Όμηρος, Αριστοτέλης, Μ. Αλέξανδρος, Καραϊσκάκης, Καραθεοδωρή.
Για τους τρεις πρώτους δεν χρειάζονται εξηγήσεις.

Ο Καραϊσκάκης έδωσε σκληρότατες μάχες, έδειξε ασύλληπτη ανδρεία και  στρατηγικές ικανότητες μολονότι έπασχε από φυματίωση και υφίστατο ηθική εξαθλίωση από το κυνηγητό και την δίκη που του έστησε ο Μαυροκορδάτος. Με αυτή την έννοια είναι ανδρειότερος και του Λεωνίδα, και όλων των άλλων Ελλήνων πολεμιστών που πολέμησαν  όντες υγιείς, με δεδομένη σε όλους βέβαια την απόφαση να θυσιαστούν για την πατρίδα.

Ο μαθηματικός Καραθεοδωρή θεωρώ πως είναι το απαύγασμα του επιστημονικού πνεύματος στην νεώτερη Ελλάδα, ξεπερνώντας κατά πολύ κάθε άλλο μη αρχαίο Έλληνα επιστήμονα.  Η επιστολή του Αϊνστάιν προς αυτόν, το 1916, είναι χαρακτηριστική: «Αν θέλετε να μπείτε στον κόπο να μου εξηγήσετε ακόμα και τους κανονικούς μετασχηματισμούς θα βρείτε έναν ευγνώμονα και ευσυνείδητο ακροατή. Αν όμως λύσετε και το πρόβλημα των κλειστών γραμμών του χρόνου, θα σταθώ μπροστά σας με σταυρωμένα χέρια. Πίσω από αυτό υπάρχει κρυμμένο κάτι που είναι αντάξιο του ιδρώτα των καλυτέρων.»

Εν γνώσει μου αδικώ τους ογκόλιθους των μαθηματικών και της μηχανικής: Πυθαγόρας, Αρχιμήδης, Ερατοσθένης κλπ. Άλλωστε, είναι τόσοι πολλοί που αδυνατώ να επιλέξω ένα.

Τελικά, εμείς, οι Έλληνες, καταγόμαστε από μεγάλο τζάκι... 

413. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ

(Εικονίζεται το έργο μου "Οι τρεις Μάγοι" από την συλλογή "Μπουκάλια")

412. Η εκδίκηση του αλλαντοποιού

"Χωρίς πτώμα, φόνος δεν υπάρχει", μονολόγησε με σαρδόνιο χαμόγελο ο απατηθείς αλλαντοποιός.

(Διήγημα-μινιατούρα απο την συλλογή μου "Διηγήματα της μιας ανάσας")

411. ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ ΚΑΤΑΔΥΣΕΩΝ


ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ 2004: Καταδύσεις
Ο αθλητής είναι έτοιμος να βουτήξει με απαράμιλλο στυλ.  Κρίμα, όμως, θα καταταγεί τέταρτος. Στους επόμενους Ολυμπιακούς ίσως είναι πιο τυχερός
OLYMPICS 2004: Diving.
The athlete is ready to dive with an impeccable style. Regrettably, he will rank only forth. He may be luckier in the next Olympics…
(Το έργο μου αυτό είναι από την συλλογή "Τιρμπουσόν΄" στη σειρά "Ολυμπιακοί 2004")


410. Ένα αίνιγμα για τον Σέρλοκ Χολμς

Το μάτι μου έπεσε σε μια φωτογραφία Ελληνικού περιοδικού, του Αμερικανού οικονομολόγου Ντ. Κάμπελ, επισκέπτη στην χώρα μας. Στεκόταν στο κέντρο ενός εμπορικού δρόμου, κρίνοντας από την πληθώρα των μαγαζιών που τον περιέβαλαν. Ναι, αλλά σε ποια πόλη, ποιας χώρας; Όλες οι πινακίδες ήσαν γραμμένες αποκλειστικά στα Αγγλικά. Δεν έμοιαζε όμως ούτε με Λονδίνο, ούτε με Νέα Υόρκη, ή Μελβούρνη. Εξ άλλου, τους διαβάτες μάλλον για Ελληνόφατσες τους έκοβα. Μπερδεύτηκα. Κοίταζα και ξανακοίταζα την φωτογραφία μπας και βρω κάποιο στοιχείο που θα μου έλυνε το μυστήριο.

Ξαφνικά το βρήκα. Στο κέντρο της εικόνας, δίπλα από τον αριστερό αγκώνα του εικονοζόμενου, μόλις που διακρινόταν ένα πράσινο καροτσάκι πλανόδιου πωλητή. Με τον μεγεθυντικό φακό, σαν άλλος Σέρλοκ Χολμς διέκρινα πάνω του τη λέξη ΣΑΛΕΠΙ. Α, στην Ελλάδα είμαστε λοιπόν. Έδειξα την φωτογραφία στη γυναίκα μου. «Μα, αυτή είναι η Ερμού» με διαφώτισε. Μια Ερμού πνιγμένη από πινακίδες με γνωστές και άγνωστες (σε μένα) φίρμες ρούχων και καταναλωτικών προϊόντων. Ούτε ίχνος Ελληνικής επιγραφής.  Την υπόληψή της Ερμού έσωσε ο περαστικός…σαλεπιτζής.

Η εικόνα μού θύμισε την Ελλάδα. Η Ερμού με τα ακριβότερα νοίκια της Ευρώπης χέρι-χέρι με την Ελλάδα της χλιδής. Σε εφημερίδα της ίδιας μέρας κάτω από τον τίτλο «Πώς και γιατί εξαφανίσθηκαν οι φίρμες πολυτελείας από το κέντρο της Αθήνας» διάβασα «Ραγδαίες ανακατατάξεις έχει επιφέρει η κρίση στην αγορά των επωνύμων ειδών ένδυσης και υπόδησης, όπως αποκαλύπτει μία βόλτα στους δρόμους του Κολωνακίου, την έως πρότινος κεντρική αγορά για τα είδη πολυτελείας και όχι μόνο, στο κέντρο της Αθήνας».

Sic transit gloria mundi. 'Η, αλλιώς, "το διάλλειμα τέλειωσε, τα κεφάλια μέσα" που λέει το ανέκδοτο...