Φίλε επισκέπτη,

Καλωσόρισες στο ιστολόγιό μου .

Είμαι ο Άρης Γαβριηλίδης γεννημένος το 1948 στον Πειραιά. Σπούδασα οικονομικά στην Νομική Αθηνών και σταδιοδρόμησα ως διευθυντικό στέλεχος σε ναυτιλιακές τράπεζες και επιχειρήσεις. Τώρα ασχολούμαι αποκλειστικά με τις δύο παλιές μου αγάπες: τη συγγραφή βιβλίων και την μικρογλυπτική (readymade, assemblance art)

Εδώ καταγράφω όσες από τις σκέψεις μου θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευτούν. Εκθέτω επίσης φωτογραφίες από τα τεχνουργήματά μου, παρμένες από την "γκαλερί" της προσωπικής μου ιστοσελίδας: http://www.arisgavriilidis.gr/

Διευκρίνιση: ο τίτλος του blog, Aris-tourgimata, δεν οφείλεται σε οίηση αλλά σε λογοπαίγνιο: συνδυάζει το όνομά μου (Άρης) με τα δημι-ουργήματά μου (σκέψεις και τεχνουργήματα).

Φίλε επισκέπτη, ελπίζω να βρεις το ιστολόγιό μου ενδιαφέρον. Το σχόλιά σου ευπρόσδεκτα.

Σε περιμένω και:

Στην ιστοσελίδα μου: http://arisgavriilidis.gr/
στο Facebook: Aris Gavriilidis
στο Twitter: @agavriel1

EMAIL

397. Το θέατρο στο ραδιόφωνο

       Μία από τις μαγείες του θεάτρου είναι ότι βάζει συχνά τον θεατή να συμμετέχει ενεργά στην παράσταση, με εργαλείο την φαντασία του. Για παράδειγμα, αν ο ηθοποιός χαράξει με κιμωλία ένα κύκλο γύρω του και ισχυριστεί ότι βρίσκεται μέσα στη φυλακή, μπορεί να παίξει το ρόλο του φυλακισμένου χωρίς το έργο να χάσει τίποτε από την ουσία του, αφού τα σκηνικά δημιουργούνται στην φαντασία του θεατή. Ο Κάρολος Κουν είχε πει πως «με έναν ηθοποιό και μια καρέκλα κάνουμε θέατρο».
Η μέθεξη στο θέατρο γίνεται με την συμμετοχή δύο από τις αισθήσεις μας: την όραση και την ακοή. Και όμως! Η μαγεία του θεάτρου κάνει και εδώ μια υπέρβαση. Μπορεί να αφαιρέσει την ακοή και να αφήσει μόνο την όραση. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα κατά 50% στο «Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού», στο οποίο η πρωταγωνίστρια είναι άλαλη,  (τελευταία εμφάνιση της Έλλης Λαμπέτη, το είδα και αργότερα με την Πέγκυ Τρικαλιώτη) και κατά 100% στο «Wunschkonzert», του Φραντς Ξάβιερ Κρετζ, (ανέβηκε το 2010, στο Από Μηχανής Θέατρο, σε εξαιρετική σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου και ερμηνεία Δέσποινας Κούρτη, η οποία επί 70 λεπτά εκινείτο αμίλητη στη σκηνή, κρατώντας αδιάπτωτο το ενδιαφέρον των θεατών).
Η μαγεία του θεάτρου όμως μπορεί να επιτύχει και το αντίθετο: να αφαιρέσει την όραση και να αφήσει την ακοή. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το θέατρο στο ραδιόφωνο. Ο Όρσον Ουέλες τρομοκράτησε το 1937 όλη την Αμερική στην ιστορική, ραδιοφωνική εκπομπή του με την εισβολή των Αρειανών. Ήταν τόσο πειστικός που οι ακροατές το εξέλαβαν για πραγματικότητα.
Για να μην πάμε όμως τόσο μακριά στον χώρο και στον χρόνο, στον τόπο μας υπάρχουν, ευτυχώς, ραδιοφωνικές εκπομπές που παρουσιάζουν γνωστά θεατρικά έργα προσαρμοσμένα για το ραδιόφωνο ή ηχογραφήσεις θεατρικών παραστάσεων.
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναγνώστες θυμούνται με νοσταλγία τις εκπομπές αυτές που μεταδίδονταν παλιά από τους κρατικούς ραδιοσταθμούς, τις νυκτερινές ώρες. Γυρίζοντας πίσω, στις δεκαετίες 50 και 60, πριν να εισβάλει η τηλεόραση στη χώρα μας, ο μοναδικός προσιτός, οικονομικά και  γεωγραφικά τρόπος ενημέρωσης και ψυχαγωγίας ήταν το ραδιόφωνο. Μετά τον κάματο της ημέρας, τα φώτα χαμήλωναν και ο ακροατής υποδεχόταν σπίτι τον θίασο της θεατρικής παράστασης. Έργα ποιοτικά, παιγμένα από πρωταγωνιστές του Εθνικού (και όχι μόνο) θεάτρου, σκηνοθετημένα από έμπειρους καλλιτέχνες. Σπουδαία έργα ελλήνων και ξένων συγγραφέων συχνά σε μετάφραση γνωστών λογοτεχνών.
Η μετάδοση θεατρικών παραστάσεων από το ραδιόφωνο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όμως, στην εποχή της ταχύτητας που ζούμε, δεν είναι εύκολο να συμπέσουν οι ελεύθερες ώρες μας με τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις.
Στο πρόβλημα αυτό, σαν τον από μηχανής θεό της αρχαίας τραγωδίας, έρχεται να δώσει λύση στους λάτρεις του ραδιοφωνικού θεάτρου ένας ελληνικός ιστότοπος (blog). Είναι το www.radio-theatre.blogspot.com, που ανακάλυψα τυχαία πριν από λίγο καιρό και έγινα έκτοτε τακτικός επισκέπτης του. Ο ιστότοπος αυτός κάθε λίγες μέρες παρουσιάζει ένα θεατρικό έργο που μπορεί κανείς να «κατεβάσει» και να αποθηκεύσει στον υπολογιστή του. Από εκεί, με την βοήθεια ακουστικών ή ηχείων το ακούει όποτε θέλει. Μπορεί ακόμη να το αντιγράψει σε USB, σε ipad  ή σε CD  και να το ακούσει με την ησυχία του, ακόμη και οδηγώντας αυτοκίνητο (όπως κάνω εγώ, αξιοποιώντας τον χρόνο μετάβασης προς και από την εργασία μου). Κάθε έργο συνοδεύεται από πολύτιμο πληροφοριακό υλικό, φωτογραφίες και σχόλια.
Τα έργα που παρουσιάζονται έχουν μεταδοθεί κυρίως από το Τρίτο Πρόγραμμα και ξεπερνούν, ως τώρα, τα  360. Το ρεπερτόριο καλύπτει μια μεγάλη γκάμα θεατρικών συγγραφέων, ξένων και Ελλήνων. Παρελαύνει όλη σχεδόν η αφρόκρεμα των Ελλήνων ηθοποιών, παλιών και νεότερων. Ακούγοντάς αυτά τα έργα, οι πρεσβύτεροι ξαναβρίσκουν έναν αγαπημένο φίλο από τα παλιά, και οι νεότεροι μυούνται σε ένα είδος τέχνης που αγνοούν. Μπορούν ακόμη να τα απολαύουν οι ομογενείς μας, στο εξωτερικό, οι ναυτικοί και όλοι οι συνέλληνες απανταχού της γης, δημιουργώντας έναν ακόμη σύνδεσμο με την μάνα πατρίδα.   
Το www.radio-theatre.blogspot.com
προσφέρει ποιοτική  ψυχαγωγία (και με την κυριολεκτική έννοια του όρου), χωρίς κανένα κόστος για τον ακροατή, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό στην οικονομική κρίση που βιώνουμε.

396. Βάλε την ομορφιά στη ζωή σου

            Η οικονομική κρίση που βιώνουμε και που προβλέπεται να διαρκέσει καιρό, φέρνει πλάκωση στην ψυχή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ψεύτικη, όπως αποδείχτηκε, ευημερία, που βιώναμε τόσα χρόνια, μας γέμιζε πάντα ψυχική ευφορία, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.
           Ένα αντίδοτο στην πλάκωση που λέγαμε προηγουμένως είναι η  ομορφιά. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ για να την βρούμε. Είναι παντού, γύρω μας, μα εμείς δεν την βλέπουμε. Κάθε μορφή τέχνης είναι ομορφιά. Τα μουσεία και οι αρχαιολογικοί χώροι, με φτηνό εισιτήριο ή δωρεάν είσοδο, είναι γεμάτα από αυτήν. Οι εκκλησίες μας, οι εικόνες, τα βιτρώ, τα ψηφιδωτά που τις κοσμούν, η αρχιτεκτονική τους. Έναν βιβλίο, ένα ποίημα, μια θεατρική παράσταση.
           Το γλαστράκι στο παραθύρι μας, η παιδική ζωγραφιά,  ένας περίπατος στο δάσος, το αλσάκι της γειτονιάς. Ρώτησαν κάποιον Αθωνίτη μοναχό τι βλέπει κανείς στο Περιβόλι της Παναγίας, αγιοσύνη ή σκάνδαλα. Και ο σοφός γέροντας απάντησε. "Βλέπεις ό,τι είσαι προετοιμασμένος να δεις. Αν αγιοσύνη, βλέπεις αγιοσύνη. Αν σκάνδαλα, βλέπεις σκάνδαλα".  Το ίδιο συμβαίνει με το άλσος ή το δάσος. Μπορείς να δεις τις ακαθαρσίες των σκύλων, τα αφημένα σκουπίδια, τα πεταμένα μπάζα, ή να θαυμάσεις τα δέντρα, τα άνθη, τα σκαθάρια και τις πεταλούδες που φιλοξενούν.  Το ίδιο συμβαίνει με την ζωή. Μπορείς να βλέπεις την μιζέρια, την ασχήμια, την ανθρώπινη κακία, αδιαφορία και εγωισμό. Όμως μπορείς να ξεχωρίσεις τον αλτρουισμό, την ειλικρίνεια, την φιλία, την αγάπη. Κι αυτά ομορφιά είναι. Εμείς επιλέγουμε τι θέλουμε να βλέπουμε. 
            Η φύση  όλη είναι μια ομορφιά. Ο έναστρος ουρανός. Τα γλυπτά που σμιλεύει τον χειμώνα η φύση στα γυμνά κλαριά των δέντρων. Οι βροχοστάλες που κατρακυλούν αργά στο τζάμι. Τα ρυάκια που σχηματίζει η νεροποντή στις παρυφές των δρόμων. Τα πολύκλωνα σχέδια της  αστραπής  στον μολυβί καμβά του ουρανού. Τα σύννεφα που ταξιδεύουν σπρωγμένα από τον άνεμο. Το ήρεμο ηλιοβασίλεμα, το πελώριο φεγγάρι που ανατέλλει, το τραγούδι του τζίτζικα, το ατέλειωτο πηγαινέλα των μυρμηγκιών, τα μάτια των αγαπημένων μας προσώπων, η δροσιά του νερού όταν διψάμε, το σπουργίτι που πίνει νερό από την λακκούβα του δρόμου, οι αυλακιές της προπέλας που οργώνει την θάλασσα, τα ασημένια φύλλα της ελιάς στο απέναντι πεζοδρόμιο. Όλα αυτά τα κοιτάμε, τα προσπερνάμε  μα δεν τα βλέπουμε.
            Ομορφιά είναι ολόκληρος ο κόσμος. Κόσμος σημαίνει κόσμημα και ονομάστηκε έτσι, όχι τυχαία, αλλά ακριβώς επειδή είναι όμορφος.  
            Η συνειδητή απόλαυση της ομορφιάς έχει δύο πλεονεκτήματα: γλυκαίνει την ψυχή και είναι δωρεάν. Είναι το νερό στο παγούρι για να διασχίσουμε την οικονομική έρημο στην οποία μπήκαμε.  Όμως η κρίση κάποτε θα περάσει. Πέρα μακριά, πίσω από εκείνους τους αμμόλοφους,  μάς περιμένει το πράσινο λιβάδι. Εκεί θα ξαποστάσουμε και θα χτίσουμε μια νέα ζωή, δίχως τα σφάλματα του παρελθόντος.  
(Εικονίζεται το έργο μου "Κραυγή" από την συλλογή "Εργαλεία")

395. Υποκοριστικά με φαντασία

      Είναι αλήθεια ότι τα γυναικεία ονόματα περιλαμβάνουν περισσότερα περίεργα ονόματα από τα ανδρικά, όπως Υπακοή, Γευσώ, Επιστήμη, κλπ. Πρέπει να είναι κανείς πολύ ευφάνταστος για να εφεύρει εδώ κάποιο σχετικό υποκοριστικό. Γνωρίζω μια Λόκρη (Λαοκρατία) και μια Νία (Δημοσθενία). Η Μάρμω (Ειμαρμένη) είναι πασίγνωστη αφού έτσι ονομαζόταν η ηρωίδα τηλεοπτικής σειράς. Διάσημη και η βουκολική Γκόλφω (Εγκολπία).
      Υπάρχει όμως και ένας άλλος, πιο απλός και αποτελεσματικός τρόπος, που μπορεί να καλύψει όχι μόνο τα περίεργα αλλά όλα τα ονόματα. Να χρησιμοποιήσει για υποκοριστικό ένα άλλο, εντελώς άσχετο όνομα, που του αρέσει, κι ας μην έχει ηχητική συνάφεια με το βαφτιστικό. Γνωρίζω δύο τέτοιες πραγματικές περιπτώσεις. Την Χαρίκλεια που έγινε Ιλόνα και την Υπατία που μεταμορφώθηκε σε Τιτίκα. Σημειωτέον ότι η ομώνυμη ηρωίδα των "Αθλίων" στο Γαλλικό κείμενο ονομάζεται Euphrasie που η μητέρα της, η Φαντίνα, την λέει Cossete (πραγματάκι). Ο πρώτος μεταφραστής του μυθιστορήματος στα Ελληνικά, αυθαιρετώντας, την βάφτισε Τιτίκα, όνομα το οποίο διατήρησαν όλοι οι επόμενοι μεταφραστές.  
Στα γυναικείο κόσμο, όπου επικρατεί το χαρίεν, γίνονται αποδεκτές τέτοιες  μεταλλαγές ονομάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείονται στους άνδρες. Για παράδειγμα, ο φίλος μου, ο Τριαντάφυλλος, απεχθανόταν το όνομά του. Δοκίμασε το "Λάκης" αλλά ούτε με αυτό έμεινε ικανοποιημένος. Στην φοιτητοπαρέα μας, κάποιος τον είπε "Τσάρλι". Του άρεσε και το καθιέρωσε.  Έκτοτε όλοι Τσάρλι τον λέμε, ακόμη και η γυναίκα του. Βεβαίως, οι άνδρες διαθέτουν τον Άκη, ένα όνομα-πασπαρτού, που καλύπτει απαξάπαντα τα ανδρικά ονόματα. Από τον Ανανία μέχρι τον…Τσοχατζόπουλο!

(Εικονίζεται η Υπατία (370-415 μ.Χ.), νεοπλατωνικη φιλόσοφος, αστρονόμος και μαθηματικός)

394. Πεφταστέρια και αράχνες


Και, ξαφνικά, είδα κόκκινες φλογίτσες να διασχίζουν σαν αστραπή τις παρυφές του οπτικού μου πεδίου, στο δεξί μάτι, και να εξαφανίζονται. Ωραία, θα έχουμε και ιδιωτικά πεφταστέρια,  σκέφτηκα, κι έκανα μιαν ευχή.  Οι μίνι διάττοντες  συνέχισαν την εμφανισή τους, που κρατούσαν κλάσμα δευτερολέπτου, ατομικά  ή σε ομάδες, με πορεία δεικτών ωρολογίου (clock wise, που λένε οι Εγγλέζοι) ή σε αντίστροφη (anti-clock wise, που ξαναλένε οι ίδιοι). Ομολογώ ότι το διασκέδασα. Έκλεισα το φως, έκλεισα τα μάτια και κάθισα στο σκοτάδι να απολαύσω καλλίτερα το θέαμα. Μέχρι που με πήρε ο ύπνος.  
Την άλλη μέρα το πρωί, οι φλογίτσες εξαφανίστηκαν. Όμως ένα άλλο φαινόμενο ήλθε να μου προσφέρει δωρεάν θέαμα. Μια μαυρωπή σκιά, σαν αράχνη με ακανόνιστο, ρευστό σώμα κινιόταν μέσα στο οπτικό μου πεδίο, κάθε φορά που κινούσα τον βολβό του δεξιού μου ματιού. Περίφημα, σκέφτηκα, θα έχουμε και γιώτα-χι θέατρο σκιών, όπου θα είμαι ταυτόχρονα ο καραγκιοζοπαίχτης και ο μοναδικός θεατής.
Άρχισα, λοιπόν, την παράσταση. Έστρεφα το βλέμμα μου με απότομες ή ήπιες κινήσεις αριστερά-δεξιά ή πάνω κάτω και παρατηρούσα την σκιά να αλλάζει  σχήμα και να κινείται σαν να έπλεε σε ζελέ. Μόλις έκλεινα το δεξί μάτι το θέαμα εξαφανιζόταν αφού το οπτικό πεδίο του αριστερού ήταν πεντακάθαρο.
Κάποια στιγμή βαρέθηκα αυτό το παιχνίδι και είπα να το σταματήσω.  Η «αράχνη» όμως είχε διαφορετική άποψη. Συνέχιζε το βιολί της, παρά την θέλησή μου. Άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Ευτυχώς, όταν η προσοχή μου ήταν στραμμένη σε κάτι που έκανα ή παρατηρούσα, ξεχνούσα την ύπαρξή της. Ύστερα όμως, τσουπ, πάλι εκεί.
«Αποκόλληση υαλοειδούς, τα κλασικά συμπτώματα» απεφάνθη ο οφθαλμίατρος. «Συμβαίνει στους μεσήλικες και μάλιστα στους μύωπες. Θα περάσει μόνο του σε λίγες εβδομάδες».
Γιατρέ μου, καλά το «λίγες εβδομάδες», θα κάνω υπομονή. Καλά το «μύωπες», αφού ανήκω σ' αυτούς. Αλλά εκείνο το  «μεσήλικες» ήταν απαραίτητο, γιατρέ μου; Πολύ με πλήγωσε. Για να το ξεπεράσω, άρχισα πάλι το θέατρο σκιών. Για απόψε το βράδυ ετοίμασα την παράσταση «η μαύρη αράχνη στο χορό της κοιλιάς». Λυπάμαι που δεν μπορώ να σας προσκαλέσω να την δείτε κι εσείς…

393. Το παλιό μπακάλικο (5/5)


           Όσα μπακάλικα διέθεταν υπόγειο έβαζαν μεγάλα βαρέλια για κρασί ρετσίνα, την βασίλισσα του οίνων. Κάθε Σεπτέμβρη άνοιγαν τα άδεια βαρέλια στο δρόμο και ο μπακαλόγατος χωνόταν μέσα. Με ειδικό εργαλείο έξυνε την επιφάνεια και την έπλενε με το λάστιχο του νερού. Ύστερα ερχόταν ο βαρελάς και ξανάσφιγγε τα σιδερένια στεφάνια βάζοντας ανάμεσά τους ειδικό χόρτο για στεγανοποίηση. Ξανά στο υπόγειο, έτοιμα να δεχτούν τον μούστο της νέας σοδειάς, που ερχόταν με βυτία από τα Μεσόγεια.
            Η κατανάλωση γινόταν σε μια γωνιά του μαγαζιού με  λίγα τραπεζάκια που το καλοκαίρι έβγαιναν στο πεζοδρόμιο. Μεζές στη λαδόκολλα, από τα έτοιμα του μπακάλικου: τυράκι, σαλαμάκι, ελίτσες, καμιά κονσέρβα. Βλέπεις οι λάτρεις της ρετσίνας δεν είχαν πολλές απαιτήσεις, βολεύονταν με αυτά.
           Το μπακάλικο της γειτονιάς μου διέθετε ένα ξεχωριστό, μικρό χώρο για αυτοσχέδια ταβέρνα. Μια επιγραφή, διακοσμημένη με κλαδιά αμπελιού, έγραφε το στιχάκι: «Εκ της αμπέλου τον καρπόν / βγαίνει ετούτο το ποτόν / όποιος το πίνει αντρειώνει / κι όποιος δεν το πίνει μετανιώνει». Μια άλλη όμως δίπλα προειδοποιούσε: «Το πρώτο (εννοείται ποτήρι) φέρνει δύναμη, / το δεύτερο υγεία / το τρίτο και το τέταρτο / φέρνουν την ευτυχία / το πέμπτο φέρνει τον καυγά / το έκτο την αστυνομία».
           Η ρετσίνα πουλιόταν και για το σπίτι.  ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΟΙΝΟΣ ΔΙΑ ΟΙΚΙΑΣ πληροφορούσε η σχετική επιγραφή. Οι πελάτες έρχονταν με το μπουκάλι τους και το γέμιζαν εκεί. Έρχονταν συνήθως τα αγόρια της οικογένειας, που τα έστελνε ο πατέρας τους για κρασί.
           Όταν άνοιγαν τα νέα κρασιά κυκλοφορούσε και λίγο κοκκινέλι, που όμως γρήγορα σωζόταν. Βαρελίσιο χύμα κρασί, αρετσίνωτο ή κόκκινο δεν υπήρχε. Σήμερα τα πράγματα έχουν αντιστραφεί. Η πολυτραγουδισμένη, κεχριμπαρένια έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Τα σκήπτρα κατέχει το αρετσίνωτο.
          Ο αργός θάνατος των μπακάλικων της γειτονιάς ήλθε με την άφιξη των σούπερ μάρκετ. Ένα-ένα άρχισαν να κλείνουν μη αντέχοντας τον μεγάλο ανταγωνισμό. Σήμερα, αν διασώζεται κάποιο, θεωρείται αξιοθέατο.
            Έτσι όμως χάθηκε η προσωπική επαφή με τον μπακάλη της γειτονιάς σου, που σε ήξερε από μικρό, όπως και όλα τα μέλη της οικογένειάς σου. Τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ είναι ανώνυμα. Μόνος σου, σέρνεις ένα καρότσι και κατεβάζεις κουτιά από τα ράφια. Κι αν ζητήσεις πίστωση στο ταμείο, θα φωνάξουν πάραυτα τον σεκιουριτά να σε πετάξει έξω.
(τέλος)

392. Το παλιό μπακάλικο (4/5)

          
           Στην φτώχεια που έδερνε τον κόσμο τότε, το μπακάλικο εκτελούσε κοινωνικό έργο. Κατ’ αρχήν, κάτω από την ταμπέλα «Τηλέφωνον διά το κοινόν» βρισκόταν η μαύρη τηλεφωνική συσκευή της Ζήμενς. Εξυπηρετούσε τον κόσμο, σε μια εποχή που ελάχιστα σπίτια διέθεταν τηλέφωνο και η αίτηση στον ΟΤΕ σήμαινε πέντε χρόνια αναμονή. Όμως οι πελάτες δέχονταν εκεί τα επείγοντα τηλεφωνήματά τους. Έτρεχε τότε ο παραγιός και φώναζε από την γωνιά: «κυρά Μαρίαααα, τηλέφωνοοοοο!». Το ακόμη πιο σημαντικό κοινωνικό έργο του μπακάλη ήταν ο βερεσές, άνευ τόκου, που έδινε σε όσους πελάτες αντιμετώπιζαν οικονομικό πρόβλημα. Κατέγραφε το χρέος στο μεγάλο βιβλίο του και ενημέρωνε το μικρό βιβλιαράκι που κρατούσε ο πελάτης, το γνωστό «μπακαλοτέφτερο». 
           Αφού τα πάντα πωλούνταν χύμα, βασίλισσα του μπακάλικου ήταν η ζυγαριά με τα δύο μπρούτζινα τάσια. Όλα περνούσαν από πάνω της, ζυγίζονταν και κοστολογούνταν. Άγνωστο το κιλό, κυριαρχούσε η οκά (τουρκιστί okka), που ισοδυναμούσε με 1.282 γραμμάρια και υποδιαιρείτο σε 400 δράμια (dihrem), από όπου και η έκφραση «τα έχει 400», δηλαδή έχει σώας τας φρένας.
           Ο μπακάλης διέθετε τουλάχιστον ένα βοηθό, τον «μπακαλόγατο», με διάσημο εκπρόσωπο τον Ζήκο-Χατζηχρήστο. Όλοι φορούσαν  μπεζ ή μπλε μπλούζα για να μην λερώνουν τα ρούχα τους.
           Η μεγαλύτερη κίνηση στα μπακάλικα γινόταν το Σαββατόβραδο. Στην εβδομάδα των έξι εργασίμων ημερών, οι εργατοϋπάλληλοι  το Σάββατο πληρώνονταν το βδομαδιάτικο και έτρεχαν για τα ψώνια τους. Κάποια μπακάλικα, χωμένα σε γειτονιές, έδιναν κρυφά και  Κυριακή  πρωί, για να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους.
(συνεχίζεται)

391. Το παλιό μπακάλικο (3/5)

            
            Να και οι τενεκέδες με ελιές, τουρσιά, ντοματοπολτέ. Οι καρτέλες με τα αυγά, κοινά και «ημέρας», που είχαν ημερομηνία με μπλε στρογγυλή σφραγιδούλα. Στη βιτρίνα του ψυγείου οι μπύρες (μόνο Φιξ, Άλφα και Μάμμος, οι άλλες ήλθαν ααργότερα), οι δίσκοι με το φρέσκο, άσπρο βούτυρο και  την κιτρινωπή μαργαρίνη, τα  κεφάλια κασέρι και κεφαλοτύρι (η γραβιέρα σπάνια) και η φέτα σε βαρέλι και τενεκέ. Ένα κομμάτι τυρί  στο ένα χέρι και μια φέτα  ψωμί στο άλλο ήταν το συνηθισμένο κολατσιό μας που τρώγαμε παίζοντας στην αλάνα.
           Πιο κάτω, οι παιδικές λιχουδιές. Σε ειδικό stand  μεγάλα, τσίγκινα  κουτιά με χύμα μπισκότα Παπαδοπούλου, τετράγωνα (δύο, με λουκούμι στη μέση, έφτιαχναν ζηλευτό σάντουιτς), μακρόστενα (Μιράντα) και στρογγυλά, γεμιστά. Παραδίπλα οι καραμέλες, τυλιγμένες καθεμία σε σελοφάν με εξαίσια χρώματα και σχέδια, σοκολάτες (Παυλίδου και Ίον), λουκούμια, «Θρεψίνη» δηλαδή πολτοποιημένη σταφίδα, νόστιμη και δυναμωτική. Όταν ο γιος μου ήταν μικρός ανακάλυψα σε κάποιο κατάστημα ένα κουτί. Το πήρα φιλοδοξώντας πως θα τον έπειθα να την δοκιμάσει. Το αποτέλεσμα ήταν πως την έφαγα όλη εγώ...  
           Σε κοφίνια οι πατάτες, τα ξερά κρεμμύδια και τα σκόρδα. Για φρέσκα ζαρζαβατικά έπρεπε να πας στον μανάβη.  
           Όπως είπαμε, τα πάντα σχεδόν πωλούνταν χύμα. Εξαίρεση οι κονσέρβες: κορν μπηφ, σαρδέλες (Lucas), πυραμιδωτές στοίβες με συμπυκνωμένο γάλα Νουνού και Βλάχας, σκέτο ή σακχαρούχο που το περιχύναμε στο ψωμί μας για κολατσιό. Σε χάρτινα κουτιά το βούτυρο Κερκύρας με την αγελάδα, το κορν φλάουρ και «ανθός ορύζης Γιώτης» όπως διαφημιζόταν στο ραδιόφωνο. Σε άλλο ράφι πινέζες σε μικρά κουτάκια, βερνίκια Κάμελ για τα παπούτσια, σε διάφορα χρώματα και βούρτσες. Τα μπουκαλάκια με τα αυτογυάλιστα κυκλοφόρησαν μετά το 1970.  Μην ζητήσεις χαρτοπετσέτες, χαρτομάντηλα και χαρτί κουζίνας, θα σε περάσουν για τρελό.  
           Καθένας εύρισκε στο μπακάλικο όλα τα χρειαζούμενα Η  θεοσεβούμενη θυμιατήρια, καρβουνάκια, λιβάνια, φιτιλάκια και λούμινα για το καντήλι, κεριά και λαμπάδες. Ο μαθητής μολύβια, γομολάστιχες, στυλό και τετράδια αλλά και χόρτο καλαθοπλεκτικής και σχέδια ξυλοκοπτικής για το μάθημα της χειροτεχνίας. Η μοδίστρα καρφίτσες (μπηγμένες σε κίτρινο γλασέ χαρτί), βελόνες, παραμάνες, κόπιτσες, ξύλινες κουβαρίστρες και χάρτινα μασουράκια. 
           Τι να πρωτοθυμηθείς από τα μύρια πράγματα («κωδικούς» τα λένε σήμερα) που πουλούσε ένα μπακάλικο;  Βαφή αυγών σε σκόνη για το Πάσχα. Σήτες για κοσκίνισμα του αλευριού (χύμα στο τσουβάλι μπορεί να εισχωρούσαν διάφορα ξένα σώματα). Χάρτινες διακοσμητικές ταινίες με σχέδια σε απαλά χρώματα που στόλιζαν τις  πιατοθήκες και τα ράφια. Βρήκα τις προάλλες σε παλαιοπωλείο ένα μάτσο από δαύτες και τις αγόρασα, γιατί μου θύμισαν τα παιδικά μου χρόνια.
(συνεχίζεται)

390. Το παλιό μπακάλικο (2/5)

       
       Σε ράφι, οι ντάνες με τις πλάκες το πράσινο σαπούνι για τριπλή χρήση: σαμπουάν, αφρόλουτρου για το σώμα, μοσχοσάπουνου για τα χέρια και απορρυπαντικού για την μπουγάδα. Υποβοηθητικά της μπουγάδας ήσαν το τρινάλ, η ποτάσα (γνωστή η ατάκα του Ζήκου «δηλαδή, αν εγώ σου φέρω ποτάσα, εσύ θα την φας;») και το λουλάκι για λευκαντικό. Λίγο  αργότερα ήλθε το Tide,  που διαφημιζόταν στο ραδιόφωνο μέσω των «σαπουνόπερων» της εποχής («Πικρή, μικρή μου αγάπη», «Το ημερολόγιο ενός θυρωρού», «Το σπίτι των ανέμων» κλπ).
        Στη γωνιά οι χόρτινες σκούπες, απλές ή με κοντάρι αφού  ηλεκτρικές βλέπαμε μόνο σε Αμερικάνικες ταινίες. Δίπλα τους, τα πάνινα σακιά με τα όσπρια, που έθρεψαν γενιές Ελλήνων: φασόλια λόπια (δηλαδή κοινά), φασόλια γίγαντες και μαυρομάτικα, φακές, κουκιά, ρεβίθια, φάβα. Πιο εκεί τα σακιά με αλεύρια και ζάχαρη. Το βασικό εργαλείο του μπακάλικου, η σέσουλα, άδειαζε τα σακιά και γέμιζε τις χαρτοσακούλες για τον πελάτη.
        Παραδίπλα τα ξύλινα κουτιά με τα φύλλα του αλατισμένου μπακαλιάρου (τηγανητός με σκορδαλιά και ρετσίνα έκανε λαχταριστό γεύμα, ακόμη και σήμερα), με τις καπνιστές ρέγκες (αξεσουάρ για την φασολάδα), και τα στρογγυλά τενεκεδένια με τις παστές σαρδέλες και την λακέρδα.
      Σε χαρτοκιβώτια τα χύμα μακαρόνια με την άκρη που γύριζε σαν μπαστουνάκι, το κοφτό μακαρονάκι, το κριθαράκι και τα «μαλλιά αγγέλου» για φιδέ στους αρρώστους.
        Στον τοίχο οι καρτέλες με μανταλάκια, διάφορα μπαχαρικά, ακατέργαστα κομματάκια μαστίχας Χίου (μασιόνταν με λίγο κερί), κρύσταλλοι λεμόν ντουζού (διαλυμένοι στο νερό αντικαθιστούσαν το χυμό λεμονιού), τσιμπιδάκια για τα μαλλιά, φουρκέτες, μανταλάκια.
        Από την οροφή κρέμονταν τα αλλαντικά: σαλάμια, μορταδέλες, λουκάνικα, παστουρμάδες και σουτζούκια. Ο παντοπώλης κατέβαζε αυτό που του έδειχνε ο πελάτης και, με ένα μεγάλο μαχαίρι, το έκοβε σε φέτες πάνω στην ξύλινη τάβλα (η σημερινή ηλεκτρική μηχανή με την περιστρεφόμενη λεπίδα περίμενε τότε τον εφευρέτη της).
        Στα ράφια δίπλα στο ταμείο, τσιγάρα σε κασετίνα, σε μονή ή διπλή σειρά (Έθνος, Άρωμα, Άσσος, Καρέλια, Ιντεάλ Ματσάγκου, Παπαστράτος κλπ), και παραδίπλα τα χύμα, όλα άφιλτρα αφού τα φίλτρα δεν είχαν ακόμη ανακαλυφθεί. Από κοντά και τα σπίρτα, «Πυρεία Ελληνικού Μονοπωλίου» έγραφε το κουτάκι, (φτιαγμένο από λεπτές φέτες ξύλου και χαρτόνι), που, συχνά, όταν το άναβες η κάφτρα του πεταγόταν και σου άνοιγε τρύπες όπου σε πετύχαινε, στο παντελονι ή στο πουκάμισο.  
(συνεχίζεται)

389. Το παλιό μπακάλικο (1/5)


        
          Κατ’ αρχήν, η λέξη μπακάλης (bakkal) είναι τουρκικής προέλευσης. Στην τουρκική επικράτεια, μπακάληδες ήσαν κυρίως Έλληνες. Μεταφερόμενη στη γλώσσα μας εύστοχα αποδόθηκε «παντοπώλης» γιατί, πράγματι, πουλούσε τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα.
         Ας επισκεφτούμε μαζί ένα μπακάλικο της εποχή του 1950 σε μια λαϊκή συνοικία. Στην πρόσοψη η ξύλινη επιγραφή ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ, από κάτω  ένας προσδιορισμός, π.χ. Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ  και τέλος, φαρδύ-πλατύ το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη. Πρόσθετες πινακίδες έγραφαν ΕΛΑΙΑ-ΛΙΠΗ και ΕΔΩΔΙΜΑ-ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ, δηλαδή τρόφιμα (εδώδιμα) και  είδη φερμένα από τις πάλαι ποτέ αποικίες: μπαχάρια, πιπέρια, τσάγια, κλπ.
         Η πόρτα εισόδου ήταν είτε ξύλινη είτε με ρολά (κυματοειδής λαμαρίνα) που κάθε βράδυ ο μαγαζάτορας τα κατέβαζε με μια σιδερένια, γαντζωτή βέργα και τα ασφάλιζε με λουκέτο.  Μία ωστόσο περνούσε ένας  φτωχοδιάβολος με πινέλο και ένα τενεκάκι λάδι και, για λίγα κέρματα, λάδωνε τις κάθετες ράγες για να ανεβοκατεβαίνουν πιο εύκολα τα ρολά.
        Μπαίνοντας, τρύπωνε στα ρουθούνια σου η χαρακτηριστική μυρωδιά του μπακάλικου. Ένα συνονθύλευμα από τις οσμές που ανέδυαν όλα μαζί τα πράγματα που πουλούσε.
        Σε αντίθεση με το σήμερα, τα εμπορεύματα πωλούνταν χύμα. Έτσι ο πελάτης γλύτωνε το κόστος της συσκευασίας που θα έμπαινε στην τιμή και η οικολογία (άγνωστη τότε λέξη) την επιβάρυνση του περιβάλλοντας. Ο μπακάλης έβαζε στη χαρτοσακούλα την ποσότητα που ζητούσε ο πελάτης και την ζύγιζε.  Μια και οι  πλαστικές σακούλες των σημερινών σούπερ μάρκετ ήσαν άγνωστες, ο πελάτης έφερνε μαζί του το δίκτυ ή την πάνινη τσάντα για τα ψώνια, όπως και το μπουκάλι για λάδι, κρασί ή πετρέλαιο.   
        Στη σειρά παραταγμένα τα ειδικά βαρέλια, με βρύση στη βάση, που περιείχαν ελαιόλαδο, σπορέλαιο και φωτιστικό πετρέλαιο. Το φωτιστικό πετρέλαιο, άγνωστο σήμερα, ήταν τότε είδος πρώτης ανάγκης. Απαραίτητο  για τις γκαζιέρες (τριπλή λειτουργία: μαγείρεμα, ζέσταμα νερού για μπάνιο στη σκάφη, θέρμανση), για τις φωτιστικές λάμπες (η ΔΕΗ δεν είχε φτάσει ακόμη παντού, και οι διακοπές ρεύματος ήσαν συχνές) και για…εντριβές στους πουντιασμένους.
       Μου άρεσε να βλέπω την αδιατάρακτη ροή του λαδιού, καθώς σχημάτιζε, θαρρείς, μια χρυσαφιά, συμπαγή βέργα, που έσπαγε με το κλείσιμο της στρόφιγγας. Πιο κει, οι νταμιτζάνες με το πράσινο οινόπνευμα και το ούζο, όλα χύμα...  
(συνεχίζεται)

388. ΤΑ ΤΙΡΜΠΟΥΣΟΝ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΜΠΑΛΟ


Εικονίζεται το έργο μου "Μπάλος" από την συλλογή "Τιρμπουσόν"

387.Τατουάζ και...σπανάκι!

      Στην εποχή μου, το τατουάζ δεν έχαιρε ιδιαιτέρας εκτίμησης. Σχετιζόταν είτε με τον υπόκοσμο, αφού το έβλεπες στους φυλακισμένους και στους ναυτικούς. «Τα κορίτσια των μπαρ του Παναμά πίνουν Μπλου Μουν, οι ναύτες κάνουν τατουάζ…» λέει χαρακτηριστικά ο Τενεσί Ουίλιαμς στο «Καμίνο Ρεάλ». Μέχρι και ο Ποπάυ, το ναυτάκι, έχει στα μπράτσα του άγκυρες. 
Τα τελευταία χρόνια το ταμπού έσπασε. Κάθε νεανικός ώμος, ανδρικός ή γυναικείος, κρύβεται κάτω από ένα μεγάλο σχέδιο. Μικρότερα κοσμούν την γυναικεία οσφυϊκή χώρα ή δίπλα στον αστράγαλο. Οι καλλιτέχνες του είδους κάνουν χρυσές δουλειές.
Οι παλιές κοινωνικές αντιλήψεις όμως είναι βαθειά ριζωμένες.  Αυτό που θεωρείται «χαριτωμενιά» στους νέους, εκλαμβάνεται ως έλλειψη σοβαρότητας στους μεγαλύτερους. Γι’ αυτό δεν βλέπεις μεσήλικους με φρέσκο τατουάζ ούτε  γιατρούς ή δασκάλες. Ίσως έως ότου μεγαλώσουν οι σημερινοί νέοι και γίνουν μεσήλικες, να έχουν αλλάξει και οι αντιλήψεις της κοινωνίας.

386. Καμπαγιέ και...καμπαρέ

      Ανέβηκα στο Ηρώδειο να απολαύσω την τέχνη της διάσημης Ισπανίδας υψιφώνου Μονσεράτ Καμπαγιέ σε μια από τις τελευταίες της εμφανίσεις, καθότι είναι 79 ετών.
       Όταν εμφανίσθηκε στη σκηνή, στηριζόμενη από την μια στο μπράτσο του διευθυντή της ορχήστρας και από την άλλη στο μπαστούνι της, σείστηκε το θέατρο από τα χειροκροτήματα. Δεν είναι λίγο να έχεις ζωντανή μπροστά σου μια ντίβα.
       Το θαύμα τέλειωσε όταν άνοιξε το στόμα της να τραγουδήσει, ενώπιον μικροφώνου (!). Την αδύναμη φωνή της  η μεγαφωνική εγκατάσταση  στάθηκε αδύνατον να αναστήσει. Οι όποιες υψηλές νότες κρατούσαν ελάχιστα. Η χροιά της φωνής της αλλοιωμένη. Κοντολογίς, ένα δράμα. Την έβλεπα και την λυπόταν η ψυχή μου. 
       Στο διάλλειμα τα αρνητικά σχόλια από τους γύρω θεατές έδιναν κι έπαιρναν.
       «Τραγούδησε» συνολικά πέντε ολιγόλεπτες άριες και έκλεισε το πρόγραμμά της με τέσσερα ισπανικά τραγουδάκια.
        Είναι μεγάλη αρετή για ένα καλλιτέχνη ξέρει πότε πρέπει να αποχωρήσει  από το προσκήνιο. Κι είναι λυπηρό γι’ αυτόν που, λόγω χρημάτων ή χειροκροτημάτων, δεν το κάνει και διασύρει τον εαυτό του και την ιστορία του.
       Αποχωρώντας από το Ηρώδειο αισθανόμουν ότι κάποιος με είχε κοροϊδέψει. Η Καμπαγιέ ή οι υπεύθυνοι του Φεστιβάλ Αθηνών; Ή μήπως και οι δύο; Τις σκέψεις μου διέκοψε η φωνή κάποιου που έλεγε στην παρέα του: «Τώρα πια η Καμπαγιέ ούτε για καμπαρέ δεν είναι να τραγουδήσει…».

385. Η μισαλλοδοξία κάποιων αθέων

    Υπήρχε ανέκαθεν μια υπολανθάνουσα αντιπάθεια εκ μέρους των θρησκευόμενων απέναντι στους δηλωμένους άθεους. Οι θρησκευόμενοι ανέχονται τους πιστούς άλλων δογμάτων αλλά όχι τους άθεους, που τους θεωρούν περίπου σατανάδες. Κοντολογίς, θέλουν τους άλλους να πιστεύουν οπωσδήποτε σε κάτι, τους ενοχλεί να μην πιστεύουν τίποτε.
Τα τελευταία χρόνια συμβαίνει και το αντίθετο. Αρκετοί από τους δηλωμένους άθεους καταφέρονται εναντίον των εκπροσώπων των θρησκειών και των συμβόλων τους. Μιλούν περιφρονητικά για τους ιερείς, επισκεπτόμενοι κάποιο μοναστήρι με άλλους εκδρομείς αρνούνται να μπουν στην εκκλησία ή ακόμη και στον περίβολο,  απαγορεύουν στα παιδιά τους να μπουν σε ναούς ή να έλθουν σε επαφή με παπάδες κλπ.
Η Ελληνική γλώσσα διαθέτει μια λέξη που περιγράφει επακριβώς αυτές τις συμπεριφορές των μεν και των δε: μισαλλοδοξία. Τρεις λέξεις σε συσκευασία μίας. «Μίσος, άλλος, δόξα». Τουτέστιν, μίσος για τις πεποιθήσεις (δόξα από το ρήμα δοκώ, που σημαίνει νομίζω, πιστεύω) του άλλου. Η κάθε είδους μισαλλοδοξία είναι αφ’ εαυτής ανόητη. Εκφράζει το αντίθετο από το αποδιδόμενο στον Βολταίρο «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες».
Ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις θρησκευόμενοι-άθεοι, βάζω μεγαλύτερο άδικο στους δεύτερους. Οι πρώτοι έχουν το ελαφρυντικό του φανατισμού που έχει ο προσήλυτος, ο οποίος θρησκεύεται στηριζόμενος στην πίστη του. Αντιθέτως, ο άθεος υποτίθεται πως στηρίζει τις πεποιθήσεις του στον νου, στην λογική (εκτός κι αν οι πεποιθήσεις αυτές είναι δοτές από τρίτους, π.χ. κάποιο πολιτικό κόμμα στο οποίο ανήκει). Αυτό που δυσκολεύεται να αντιληφθεί ο άθεος είναι ότι ο θρησκευόμενος πιστεύει επειδή έχει την ανάγκη να πιστεύει σε μια δύναμη ανώτερη από τον ίδιο, που θα του συμπαρασταθεί στις δυσκολίες της ζωής, μικρές και μεγάλες, και θα του απαλύνει τον φόβο του θανάτου που τον διακατέχει (όπως όλους μας) με την υπόσχεση μιας μετά θάνατον ζωής. Ο άθεος δεν αισθάνεται προφανώς αυτή την ανάγκη. Με γεια του με χαρά του. Από εκεί και πέρα η όποια  αντιπαράθεσή του με τους θρησκευόμενους αντιστρατεύεται στην ίδια την λογική του, στην οποία στηρίζει όπως  είπαμε, την αθεΐα του.
Ειρήνη υμίν.

(Εικονίζεται το έργο μου "Προσευχόμενος" από την συλλογή "Μπουκάλια")

384. Λεωφορείον ο... τσάμπας

Αγόρασα ένα εισιτήρια από το περίπτερο και πήρα το λεωφορείο για να πάω σε μια δουλειά. Ακύρωσα το εισιτήριο στο ειδικό μηχάνημα και κάθισα στο διπλανό κάθισμα. Πρόσεξα όμως ότι κανείς από τους πεντέξι επιβάτες που ανέβηκαν μαζί μου, δεν έκανε το ίδιο. Φαίνεται πως, από σύμπτωση, όλοι αυτοί έχουν εισιτήριο διαρκείας, σκέφτηκα. Γρήγορα όμως διαπίστωσα ότι ΚΑΝΕΝΑΣ από τους επιβάτες που ανέβαιναν στην συνέχεια δεν ακύρωνε εισιτήριο. Άρχισα να αισθάνομαι σαν τον χαζό της παρέας. Μα, καλά, εισπράκτορας δεν υπάρχει. Μα ούτε και ελεγκτής. Η εταιρεία πώς καλύπτει τα έξοδά της, αφού κανένας δεν πληρώνει; «Φορολογώντας εσένα…» άκουσα μέσα μου μια φωνή.

Άνοιξα την εφημερίδα που κρατούσα. «Αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων στα μέσα μεταφοράς σχεδιάζει η κυβέρνηση» έγραφε το πρωτοσέλιδο. «…και χρεώνοντάς σε με μεγαλύτερο εισιτήριο, βλάκα!» συμπλήρωσε η φωνή, μέσα μου.

Αν στη θέση την δική μου βάλεις τον μισθωτό και τον συνταξιούχο, στη θέση του τσαμπατζή επιβάτη τον φοροφυγάδα και στη θέση του εισιτηρίου τους φόρους, παίρνεις μιαν ιδέα για το πώς οι εκάστοτε κυβερνήσεις εννοούν την κοινωνική δικαιοσύνη.

383. Η ευγενής Ευγενία

      Στην μητέρα μου, που έφυγε πρόσφατα πλήρης ημερών, οφείλω όχι μόνο το ζην αλλά  και ένα μεγάλο μέρος του ευ ζην (το υπόλοιπο χρωστώ στους δασκάλους μου, σύμφωνα με τον Μεγαλέξαντρο).
Πολλοί οι λόγοι της οφειλής μου. Ο κυριότερος είναι ότι με μπόλιασε, εξ απαλών ονύχων, με τον πλούτο της λαϊκής μας παράδοσης.
Όταν τα άλλα παιδάκια μάθαιναν το παραμύθι με τα τρία γουρουνάκια, εγώ άκουγα το τραγούδι «Του Νεκρού Αδελφού» (εδώ). Έτσι, ο δεκαπεντασύλλαβος μπήκε στις νηπιακές μου φλέβες και με μπόλιασε με τον στιβαρό ρυθμό του (χρόνια αργότερα έγραψα «ο δεκαπεντασύλλαβος μοσχοβολάει Ελλάδα»). Το λεκτικό ορυχείο που κρύβουν μέσα τους οι στίχοι του τραγουδιού  αυτού έγιναν κτήμα μου, πριν μάθω καν να διαβάζω. Οι εικόνες του πεθαμένου αδελφού που σηκώνεται από το μνήμα για να καβαλικέψει το σύννεφο-άλογο και να πάρει το άστρο-χαλινάρι όχι μόνο ποτέ δεν με τρόμαξε αλλά με μύησε στην ποίηση. Το φινάλε, όπου η μάνα με την κόρη «αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δυο», κορυφώνεται η τραγικότητα της παραλογής, με εισήγαγε στο δράμα πολλά χρόνια πριν να ανακαλύψω  τους αρχαίους τραγικούς και τον Σαίξπηρ.
Τον «Κυρ Βοριά» (εδώ), ένα άλλο διαμάντι της δημοτικής μας ποίησης η μάνα μου τον απήγγειλε τραγουδιστά. Έτσι μυήθηκα και στη δημοτική μας μουσική.  
Τα παραμύθια που μου έλεγε δεν είχαν σχέση με παπουτσωμένους γάτους (αμφιβάλλω αν τα είχε ακούσει ποτέ). Ήταν η «Σεληνομαλλούσα» και άλλα ελληνικά, παραδοσιακά  παραμύθια.
Εννοείται πως όλον αυτό τον ακουστικό πλούτο, ακούγοντάς τον πάλι και πάλι, τον είχα αποστηθίσει πριν ακόμη πάω στο δημοτικό. Όταν την ρώτησα κάποτε, πού τα είχε μάθει όλα αυτά, απάντησε «τα άκουγα από μικρή» στο νησί της, την Σαλαμίνα.
Όλα αυτά τα ακούσματα όξυναν την φαντασία μου και κούρντισαν κάποιες χορδές ποιητικής ευαισθησίας, που με βοήθησαν αργότερα να εντρυφήσω σε λεπτές αποχρώσεις αισθητικών  απολαύσεων της ζωής.
Μάνα, σ’ ευχαριστώ που με γέννησες, με ανάθρεψες με όλη σου την αγάπη και μου κληροδότησες ένα πνευματικό θησαυρό. Το όνομά σου καθρέφτιζε όλη την ευγένεια της ψυχής σου. Θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη, όσο θα ζω.

(Εικονίζεται το έργο μου "Βρεφοκρατούσα" από την συλλογή "Όστρακα"

382. Συνομωσία ηλεκτρολόγων

       Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα διπλό διακόπτη του ηλεκτρικού ρεύματος, στο διάδρομο του σπιτιού μας. Δεξιά, μετά την πόρτα, είναι το μπάνιο και πάνω αριστερά κρέμεται το φωτιστικό του διαδρόμου. Θέλω να επισκεφτώ το μπάνιο. Δίλλημα: ποιο από τα δύο κουμπιά του διακόπτη πρέπει να πατήσω, το αριστερό ή το δεξί; Λογικά, ο ηλεκτρολόγος που πέρασε τα καλώδια έπρεπε, για να με διευκολύνει, να έχει σηνδέσει αντίστοιχα το δεξί κουμπί με το φως του μπάνιου, στα δεξιά μου, και το αριστερό με το φως του διαδρόμου, αριστερά μου. Πατώ το δεξί κουμπί. Τίποτε. Πατώ το αριστερό και ανάβει.
Θα μου πεις, ο ηλεκτρολόγος ήταν αμελής. Αψήφισε την κοινή λογική και τα συνέδεσε στη τύχη. Έτσι, η πιθανότητα να πετύχω το σωστό κουμπί είναι 50%. Λάθος. Οι περισσότεροι διπλοί διακόπτες δουλεύουν ανάποδα: το δεξί κουμπί για τον αριστερό χώρο και το αριστερό κουμπί για τον δεξί. Αυτό συμβαίνει σε διαφορετικά σπίτια, διαμερίσματα, μαγαζιά και γραφεία των οποίων την εγκατάσταση έχουν κάνει διαφορετικοί, φυσικά, ηλεκτρολόγοι.
Συμπέρασμα; Οι απανταχού ηλεκτρολόγοι έχουν κάνει μυστική συμφωνία μεταξύ τους για να παιδεύουν τον κόσμο και να γελάνε πίσω από την πλάτη μας. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει!
Όμως, έμαθα κι εγώ το μάθημά μου,. Κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά σε διπλό διακόπτη, χωρίς δισταγμό, πατώ το αντίθετο κουμπί. Σας διαβεβαιώνω ότι στο 90% των περιπτώσεων, το φως που θέλω ανάβει!  Δοκιμάστε το και θα με θυμηθέιτε...  

381. Ο γέρος που νιώθει νέος

      Ο συνδαιτυμόνας έσκυψε στο αυτί μου: «ξέρεις, είμαι 75 χρονών. Όμως αισθάνομαι νέος. Όταν ο πατέρας μου πέθανε στα εβδομήντα του ήταν γέρος. Άρα είμαι κι εγώ γέρος. Έλα όμως που δεν αισθάνομαι έτσι;».
Παρά την ηλικία του παρέμενε δραστήριος. Μεταξύ άλλων, επιτελούσε  φιλανθρωπικό έργο, που απαιτεί χρόνο κι ενέργεια. Αν είχε ακολουθήσει το κλασικό τρίπτυχο «παντόφλες - τηλεόραση - ψώνια στη λαϊκή αγορά» σίγουρα δεν θα είχε τέτοιο προβληματισμό.  
«Δεν είσαι ο μόνος», του αποκρίθηκα. «Με παραπέμπεις σε δύο μικρά ποιήματα* που έχω γράψει:

Παλιμπαιδισμός
Μάνα, / πάρε με πάλι στα γόνατά σου / και νανούρισέ με. / Κουράστηκα πια / να παριστάνω τον μεγάλο.
Ασπρομάλλικο παιδί
Μη σε ξεγελούν τ’ άσπρα μαλλιά μου / δεν είμαι παρά ένα μεγάλο παιδί».

«Να και κάποιος που με καταλαβαίνει, μολονότι πολύ νεότερος» είπε πίνοντας μια γουλιά κρασί.    

*από την συλλογή «Μονοκοτυλήδονα», που περιέχεται στην ιστοσελίδα μου «www.arisgavriilidis.gr

380. Το γέλιο του βαρκάρη

      Μέχρι πριν από κάποια χρόνια, ο ταχυδρόμος περπατούσε  καθημερινά πολλά χιλιόμετρα για να παραδώσει την αλληλογραφία. Ο εργάτης έσκαβε τα θεμέλια με τον κασμά. Ο οικοδόμος έκοβε το πηλοφόρι στον  ώμο και ανεβοκατέβαινε τις σκαλωσιές. Ο αχθοφόρος στα λιμάνια και στους σταθμούς μετέφερε στα χέρια τα μπαγκάζια. Ο βαρκάρης τράβαγε γερό κουπί για να μεταφέρει τους επιβάτης στο πλοίο. Ο γεωργός αφράτευε το χώμα με την τσάπα για να φυτέψει. Ο ανθρώπινος ιδρώτας χυνόταν ποταμηδόν για να παραχθεί έργο ωφέλιμο για την κοινωνία.
      Στην εποχή μας, ο ανθρώπινος ιδρώτας συνεχίζει να ρέει άφθονος: στα γυμναστήρια, στον κυλιόμενο διάδρομο και το στατικό ποδήλατο του σπιτιού μας, στους δρόμους και στα γήπεδα με jogging και aerobic. Εκατομμύρια θερμίδες καίγονται τόνοι ιδρώτα μουσκεύουν βουνά από πετσέτες. Παραγόμενο έργο; Μηδέν. Όλα πάνε στο βρόντο. Κατασπατάληση ανθρώπινης ενέργειας. 
       Άραγε, τι θα έκανε ένας παλιός βαρκάρης αν έβλεπε κάποιον να ιδροκοπά "τραβώντας κουπί" στο μηχάνημα άσκησης ενός γυμναστηρίου; Υποθέτω πως θα λυνόταν στα γέλια, πετώντας με σαρκασμό  ένα "ε, πατριώτη, σία κι αράξαμε"...

379. Η δόλια πατρίδα

      Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, οι πολιτικοί, (με ελάχιστες εξαιρέσεις) αφού ασέλγησαν επί δεκαετίες πάνω της, τώρα θυμήθηκαν την «πατρίδα». Όταν μιλούν, βάζουν αυτή τη λέξη παντού, σαν μαϊντανό, για να δηλώσουν την ανύπαρκτη φιλοπατρία τους. Οι πράξεις τους, καθημερινά, ξεσκεπάζουν την υποκρισία τους αφού το πρώτο, κύριο και αποκλειστικό τους μέλημα είναι η πολιτική τους επιβίωση,  γι’ αυτό και μεταπηδούν ε ευκολία σε άλλο κόμμα νομίσουν πως θα τους διασώσει. Αν οι ενέργειές τους αντιστρατεύονται στα συμφέροντα της «πατρίδας» για την οποία τάχα κόπτονται, τόσο το χειρότερο για την πατρίδα.
Αυτά για τους πολιτικούς, που ήσαν είναι και θα είναι αυτοί που είναι.
Αλήθεια όμως, ποια ήταν η σχέση ημών, των κοινών πολιτών, με την πατρίδα, παλιά και τώρα; Θυμάμαι, στην δεκαετία του ’50, το ραδιόφωνο μετέδιδε καθημερινά ένα ημίωρα πρόγραμμα με στρατιωτικά εμβατήρια. Τραγουδισμένα από αντρικές χορωδίες, που συνόδευαν πνευστά και κρουστά, εξυμνούσαν την χώρα μας με στίχους όπως:  «…η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…». Μια και η εποποιία του ’40, ήταν σχετικά πρόσφατη, τα ερτζιανά μετέφεραν συχνά την φωνή της Βέμπο σε τραγούδια όπως «…παιδιά, της Ελλάδος παιδιά». Στα σχολεία, στις εθνικές εορτές  της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, οι μαθητές απήγγειλαν ποιήματα με πατριωτικό περιεχόμενο που εξυμνούσαν τις ηρωικές πράξεις των προγόνων μας και την ιερότητα της σημαίας. Μερικοί θα θυμούνται ακόμη τα σχετικά σκετσάκια που έπαιζαν οι μαθητές και οι μαθήτριες με τις οδηγίες των δασκάλων. Θα θυμούνται ακόμη την κατάθεση στεφάνων στο ηρώο, τον ιερέα να κάνει μνημόσυνο στους πεσόντες και να ακολουθεί ενός λεπτού σιγή. Το άκουσμα του Εθνικού Ύμνου προξενούσε ρίγη συγκινήσεως σε μικρούς και μεγάλους, που στέκονταν προσοχή. Όλα αυτά σφυρηλατούσαν την εθνική συνείδηση στους πολίτες  που τους οδηγούσε στην αγάπη για την πατρίδα (χωρίς εισαγωγικά). Απότοκο αυτής της αγάπης, ανάμεσα στα άλλα,  ήταν και ο σεβασμός του δημόσιου χρήματος που θεωρείτο ιερό.
Μετά την 21η Απριλίου 1967 το σκηνικό άλλαξε. Τα στρατιωτικά εμβατήρια και οι πατριωτικές εκδηλώσεις, στη συνείδηση του κόσμου, ταυτίστηκαν με το καθεστώς.  Η μπάλα πήρε και την Ελληνική σημαία, που έγινε το μεγάλο, αθώο θύμα. Μετά την μεταπολίτευση, μεταξύ άλλων, καταργήθηκε η έπαρση της σημαίας στα σχολεία. Πολλά χρόνια μετά, φίλος μου λυκειάρχης τόλμησε να  την υψώσει αψηφώντας κάποιες διαμαρτυρίες.  Για εμβατήρια ούτε λόγος. Η λέξη πατρίδα εξορίστηκε από το καθημερινό λεξιλόγιο. Αν την εκστόμιζες σε θεωρούσαν ότι ανήκες σε ακραίες πολιτικές παρατάξεις.
Αποτέλεσμα; Αμβλύνθηκε η έννοια του πατριωτισμού. Βαθμηδόν, η πατρίδα παραμερίστηκε και την θέση της πήρε το «εγώ και η πάρτη μου». Το δημόσιο χρήμα όχι μόνον έπαψε να θεωρείται ιερό αλλά ήταν και μεγάλη «μαγκιά» να το κλέβεις. Ο κόσμος θαύμαζε κρυφά ή φανερά τα  πάσης φύσεως τρωκτικά του δημόσιου χρήματος και τους έκλεινε πονηρά το μάτι. Ήσαν μια απέραντη στρατιά από πολιτικούς, διαπλεκόμενους επιχειρηματίες και εκδότες, απατεώνες που έπαιρναν επίδομα τυφλότητας,  συγγενείς που συνέχιζαν να εισπράττουν τη σύνταξη των από χρόνια πεθαμένων δικών τους, μαγαζάτορες που δεν έκοβαν απόδειξη και έβαζαν τον ΦΠΑ στην τσέπη και πολλούς άλλους. Ο κόσμος τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι όλοι αυτοί που θαύμαζε στην πραγματικότητα έκλεβαν την δική του τσέπη. Το έμαθε ξαφνικά όταν το πάρτι τελείωσε και του ήλθε ο λογαριασμός με την μορφή απολύσεων, κλεισίματος μαγαζιών και επιχειρήσεων, άγριου τσεκουρώματος στους μισθούς και στις συντάξεις, στρατιές ανέργων, επιστροφή στη δραχμή, αβεβαιότητα για το μέλλον. 
Τώρα, θυμηθήκαμε ξανά την δόλια πατρίδα.

378. ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΤΣΙΝΕΑ



Εικονίζεται το έργο μου "ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΤΣΙΝΕΑ" από την συλλογή "Όστρακα".

Don Quixote and Dulcinea. The famous character of Miguel Cervantes is chatting with his beloved Dulcinea. The windmill on his side is a give away of his identity.  Made of sea shells.

377. Γιατροπορέματα της εποχής του 1950 (5/5)

        Το τρύπημα των κοριτσίστικων αφτιών για σκουλαρίκια γινόταν με μια βελόνα καμένη στη φλόγα και σκουπισμένη σε μπαμπάκι με οινόπνευμα, στην οποία ήταν περασμένη χοντρή κλωστή. Η κλωστή αυτή, στη συνέχεια, δενόταν κόμπος και παρέμενε για λίγες ημέρες ώσπου να θρέψει η πληγή. Δεν ξέρω κατά πόσον η διαδικασία αυτή ήταν οδυνηρή, αλλά, βλέποντας την αδελφή μου να της τρυπούν τα αφτιά, δόξαζα τον θεό που γεννήθηκα αγόρι.

Αυτός όμως δεν ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τα κορίτσια υπέφεραν περισσότερο από τα αγόρια από τις συνθήκες και τις δοξασίες της εποχής. Όταν είχαν περίοδο, οι μαμάδες τους δεν τα άφηναν να πλυθούν για να μην κρυώσουν και πονούν. Και, φυσικά, τότε, οι σερβιέτες περίμεναν ακόμη τον εφευρέτη τους...
Τα σκέφτεσαι τώρα όλα αυτά και σε πιάνει πονοκέφαλος. Τι είπα; Πονοκέφαλος; Θα πάρεις αμέσως ένα Αλγκόν ή μια Καλμαλίνη ("υποβιβάζει τον πυρετό, ανακουφίζει από τους πόνους", έλεγε το διαφημιστικό σλόγκαν) ή ένα κοκοράκι, δηλαδή μια άσπρη σκόνη τυλιγμένη σε χάρτινο φακελάκι που κατασκεύαζε ο φαρμακοποιός της γειτονιάς. Αν δεν περνούσε με αυτά, σου δένανε σφιχτά το κεφάλι με ένα πανί, ενώ ο πυρετός "υποβιβαζόταν" με κομπρέσες με ξύδι στο μέτωπο.
Σίγουρα, ο καθένας από εμάς έχει να θυμηθεί και κάποια άλλα γιατροσόφια της εποχής. Ευχαρίστως θα δημοσιεύσουμε όποιο κείμενο με σχετική εμπειρία μας στείλετε.
Ύστερα από όλα αυτά που υπομείναμε, απορώ ακόμα πως επιζήσαμε και δεν αφήσαμε την τελευταία μας πνοή στο κρεβάτι του πόνου. Με παρηγορεί όμως η σκέψη ότι άλλοι, πριν από εμάς, τραβήξανε χειρότερα. Ας διαβάσει όποιος θέλει τον "Θανάτου του Παλικαριού", το εξαίσιο διήγημα του Κωστή Παλαμά (http://www.scribd.com/doc/54471758/K-Palamas-Thanatos-Palikariou) και θα καταλάβει τι εννοώ...
-Τέλος-
(Το εικονιζόμενο έργο μου είναι από την συλλογή "Όστρακα")

376. Γιατροπορέματα της εποχής του 1950 (4/5)

         Αν ξυπνούσες το βράδυ με πονόκοιλο από κρύωμα, το φάρμακο σε περίμενε μέσα στο ντουλάπι. Δυο γερές γουλιές κονιάκ, όχι Γαλλικό βέβαια, αλλά χύμα, από το γωνιακό ποτοποιείο, φτιαγμένο με παλιά, μυστική, πατροπαράδοτη συνταγή. Δηλαδή, γερό ανακάτεμα άσπρου οινοπνεύματος, ζάχαρης, εσάνς και μπογιάς. Οπότε, με το ποτό-μπόμπα στο παιδικό σου κεφάλι, ξανάπεφτες ξερός για ύπνο και ξέχναγες τον πονόκοιλο.

Για την μυρμηγκιά στο χέρι που έβγαινε, σύμφωνα με την κατηγορηματική διαβεβαίωση των μεγαλύτερων παιδιών αν μέτραγες τα άστρα, υπήρχε ένα αλάνθαστο φάρμακο: το γήτεμα. Το αστείο είναι ότι μ' ένα τέτοιο ξόρκι που είχα κάνει με την καθοδήγηση της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου, απαλλάχθηκα γρήγορα, ανώδυνα, ανέξοδα και αποτελεσματικά από μια μυρμηγκιά. Από τότε, μολονότι δεν το πιστεύω, αποφεύγω να μετράω τις νύχτες τα άστρα. Ποτέ δεν ξέρεις...Τώρα που το σκέπτομαι, ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους που δεν έγινα αστρονόμος.
Όταν πάθαινες έγκαυμα από το πολύωρο κολύμπι στις κοσμικές πλαζ της περιοχής, δηλαδή στο Καζάνι ή στα Γουρουνάκια, επειδή τα αντιηλιακά, τουλάχιστον σ' εμάς, ήταν άγνωστα, το φάρμακο ήταν το πασάλειμμα με γιαούρτι. Χώρια που τρώγαμε και την πέτσα με μπόλικη ζάχαρη. Κι όπως διάβαζα πρόσφατα στον τύπο, κάποιος ειδικός συνιστούσε ακριβώς το γιαούρτι σε τέτοιου είδους εγκαύματα. Να, το λοιπόν, που, όσον αφορά τουλάχιστον τα γαλακτοκομικά ως φάρμακα, ήμασταν και σε κάτι πιο μπροστά από την εποχή μας.
Αν σε έπιανε κόψιμο, σου δίνανε να πιεις το χυμό ενός λεμονιού, έτσι, στην ψύχρα. Χωρίς αραίωμα με νερό, χωρίς ζάχαρη. Μπαμ και κάτω. Σύμφωνα δε με άλλη συνταγή, στον χυμό αυτό προσέθετες και μια κουταλιά ωμό καφέ. Το σκέφτομαι τώρα και μουδιάζουν τα δόντια μου.
 (Συνεχίζεται)