Φίλε επισκέπτη,

Καλωσόρισες στο ιστολόγιό μου .

Είμαι ο Άρης Γαβριηλίδης γεννημένος το 1948 στον Πειραιά. Σπούδασα οικονομικά στην Νομική Αθηνών και σταδιοδρόμησα ως διευθυντικό στέλεχος σε ναυτιλιακές τράπεζες και επιχειρήσεις. Τώρα ασχολούμαι αποκλειστικά με τις δύο παλιές μου αγάπες: τη συγγραφή βιβλίων και την μικρογλυπτική (readymade, assemblance art)

Εδώ καταγράφω όσες από τις σκέψεις μου θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευτούν. Εκθέτω επίσης φωτογραφίες από τα τεχνουργήματά μου, παρμένες από την "γκαλερί" της προσωπικής μου ιστοσελίδας: http://www.arisgavriilidis.gr/

Διευκρίνιση: ο τίτλος του blog, Aris-tourgimata, δεν οφείλεται σε οίηση αλλά σε λογοπαίγνιο: συνδυάζει το όνομά μου (Άρης) με τα δημι-ουργήματά μου (σκέψεις και τεχνουργήματα).

Φίλε επισκέπτη, ελπίζω να βρεις το ιστολόγιό μου ενδιαφέρον. Το σχόλιά σου ευπρόσδεκτα.

Σε περιμένω και:

Στην ιστοσελίδα μου: http://arisgavriilidis.gr/
στο Facebook: Aris Gavriilidis
στο Twitter: @agavriel1

EMAIL

389. Το παλιό μπακάλικο (1/5)


        
          Κατ’ αρχήν, η λέξη μπακάλης (bakkal) είναι τουρκικής προέλευσης. Στην τουρκική επικράτεια, μπακάληδες ήσαν κυρίως Έλληνες. Μεταφερόμενη στη γλώσσα μας εύστοχα αποδόθηκε «παντοπώλης» γιατί, πράγματι, πουλούσε τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα.
         Ας επισκεφτούμε μαζί ένα μπακάλικο της εποχή του 1950 σε μια λαϊκή συνοικία. Στην πρόσοψη η ξύλινη επιγραφή ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ, από κάτω  ένας προσδιορισμός, π.χ. Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ  και τέλος, φαρδύ-πλατύ το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη. Πρόσθετες πινακίδες έγραφαν ΕΛΑΙΑ-ΛΙΠΗ και ΕΔΩΔΙΜΑ-ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ, δηλαδή τρόφιμα (εδώδιμα) και  είδη φερμένα από τις πάλαι ποτέ αποικίες: μπαχάρια, πιπέρια, τσάγια, κλπ.
         Η πόρτα εισόδου ήταν είτε ξύλινη είτε με ρολά (κυματοειδής λαμαρίνα) που κάθε βράδυ ο μαγαζάτορας τα κατέβαζε με μια σιδερένια, γαντζωτή βέργα και τα ασφάλιζε με λουκέτο.  Μία ωστόσο περνούσε ένας  φτωχοδιάβολος με πινέλο και ένα τενεκάκι λάδι και, για λίγα κέρματα, λάδωνε τις κάθετες ράγες για να ανεβοκατεβαίνουν πιο εύκολα τα ρολά.
        Μπαίνοντας, τρύπωνε στα ρουθούνια σου η χαρακτηριστική μυρωδιά του μπακάλικου. Ένα συνονθύλευμα από τις οσμές που ανέδυαν όλα μαζί τα πράγματα που πουλούσε.
        Σε αντίθεση με το σήμερα, τα εμπορεύματα πωλούνταν χύμα. Έτσι ο πελάτης γλύτωνε το κόστος της συσκευασίας που θα έμπαινε στην τιμή και η οικολογία (άγνωστη τότε λέξη) την επιβάρυνση του περιβάλλοντας. Ο μπακάλης έβαζε στη χαρτοσακούλα την ποσότητα που ζητούσε ο πελάτης και την ζύγιζε.  Μια και οι  πλαστικές σακούλες των σημερινών σούπερ μάρκετ ήσαν άγνωστες, ο πελάτης έφερνε μαζί του το δίκτυ ή την πάνινη τσάντα για τα ψώνια, όπως και το μπουκάλι για λάδι, κρασί ή πετρέλαιο.   
        Στη σειρά παραταγμένα τα ειδικά βαρέλια, με βρύση στη βάση, που περιείχαν ελαιόλαδο, σπορέλαιο και φωτιστικό πετρέλαιο. Το φωτιστικό πετρέλαιο, άγνωστο σήμερα, ήταν τότε είδος πρώτης ανάγκης. Απαραίτητο  για τις γκαζιέρες (τριπλή λειτουργία: μαγείρεμα, ζέσταμα νερού για μπάνιο στη σκάφη, θέρμανση), για τις φωτιστικές λάμπες (η ΔΕΗ δεν είχε φτάσει ακόμη παντού, και οι διακοπές ρεύματος ήσαν συχνές) και για…εντριβές στους πουντιασμένους.
       Μου άρεσε να βλέπω την αδιατάρακτη ροή του λαδιού, καθώς σχημάτιζε, θαρρείς, μια χρυσαφιά, συμπαγή βέργα, που έσπαγε με το κλείσιμο της στρόφιγγας. Πιο κει, οι νταμιτζάνες με το πράσινο οινόπνευμα και το ούζο, όλα χύμα...  
(συνεχίζεται)

388. ΤΑ ΤΙΡΜΠΟΥΣΟΝ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΜΠΑΛΟ


Εικονίζεται το έργο μου "Μπάλος" από την συλλογή "Τιρμπουσόν"

387.Τατουάζ και...σπανάκι!

      Στην εποχή μου, το τατουάζ δεν έχαιρε ιδιαιτέρας εκτίμησης. Σχετιζόταν είτε με τον υπόκοσμο, αφού το έβλεπες στους φυλακισμένους και στους ναυτικούς. «Τα κορίτσια των μπαρ του Παναμά πίνουν Μπλου Μουν, οι ναύτες κάνουν τατουάζ…» λέει χαρακτηριστικά ο Τενεσί Ουίλιαμς στο «Καμίνο Ρεάλ». Μέχρι και ο Ποπάυ, το ναυτάκι, έχει στα μπράτσα του άγκυρες. 
Τα τελευταία χρόνια το ταμπού έσπασε. Κάθε νεανικός ώμος, ανδρικός ή γυναικείος, κρύβεται κάτω από ένα μεγάλο σχέδιο. Μικρότερα κοσμούν την γυναικεία οσφυϊκή χώρα ή δίπλα στον αστράγαλο. Οι καλλιτέχνες του είδους κάνουν χρυσές δουλειές.
Οι παλιές κοινωνικές αντιλήψεις όμως είναι βαθειά ριζωμένες.  Αυτό που θεωρείται «χαριτωμενιά» στους νέους, εκλαμβάνεται ως έλλειψη σοβαρότητας στους μεγαλύτερους. Γι’ αυτό δεν βλέπεις μεσήλικους με φρέσκο τατουάζ ούτε  γιατρούς ή δασκάλες. Ίσως έως ότου μεγαλώσουν οι σημερινοί νέοι και γίνουν μεσήλικες, να έχουν αλλάξει και οι αντιλήψεις της κοινωνίας.

386. Καμπαγιέ και...καμπαρέ

      Ανέβηκα στο Ηρώδειο να απολαύσω την τέχνη της διάσημης Ισπανίδας υψιφώνου Μονσεράτ Καμπαγιέ σε μια από τις τελευταίες της εμφανίσεις, καθότι είναι 79 ετών.
       Όταν εμφανίσθηκε στη σκηνή, στηριζόμενη από την μια στο μπράτσο του διευθυντή της ορχήστρας και από την άλλη στο μπαστούνι της, σείστηκε το θέατρο από τα χειροκροτήματα. Δεν είναι λίγο να έχεις ζωντανή μπροστά σου μια ντίβα.
       Το θαύμα τέλειωσε όταν άνοιξε το στόμα της να τραγουδήσει, ενώπιον μικροφώνου (!). Την αδύναμη φωνή της  η μεγαφωνική εγκατάσταση  στάθηκε αδύνατον να αναστήσει. Οι όποιες υψηλές νότες κρατούσαν ελάχιστα. Η χροιά της φωνής της αλλοιωμένη. Κοντολογίς, ένα δράμα. Την έβλεπα και την λυπόταν η ψυχή μου. 
       Στο διάλλειμα τα αρνητικά σχόλια από τους γύρω θεατές έδιναν κι έπαιρναν.
       «Τραγούδησε» συνολικά πέντε ολιγόλεπτες άριες και έκλεισε το πρόγραμμά της με τέσσερα ισπανικά τραγουδάκια.
        Είναι μεγάλη αρετή για ένα καλλιτέχνη ξέρει πότε πρέπει να αποχωρήσει  από το προσκήνιο. Κι είναι λυπηρό γι’ αυτόν που, λόγω χρημάτων ή χειροκροτημάτων, δεν το κάνει και διασύρει τον εαυτό του και την ιστορία του.
       Αποχωρώντας από το Ηρώδειο αισθανόμουν ότι κάποιος με είχε κοροϊδέψει. Η Καμπαγιέ ή οι υπεύθυνοι του Φεστιβάλ Αθηνών; Ή μήπως και οι δύο; Τις σκέψεις μου διέκοψε η φωνή κάποιου που έλεγε στην παρέα του: «Τώρα πια η Καμπαγιέ ούτε για καμπαρέ δεν είναι να τραγουδήσει…».

385. Η μισαλλοδοξία κάποιων αθέων

    Υπήρχε ανέκαθεν μια υπολανθάνουσα αντιπάθεια εκ μέρους των θρησκευόμενων απέναντι στους δηλωμένους άθεους. Οι θρησκευόμενοι ανέχονται τους πιστούς άλλων δογμάτων αλλά όχι τους άθεους, που τους θεωρούν περίπου σατανάδες. Κοντολογίς, θέλουν τους άλλους να πιστεύουν οπωσδήποτε σε κάτι, τους ενοχλεί να μην πιστεύουν τίποτε.
Τα τελευταία χρόνια συμβαίνει και το αντίθετο. Αρκετοί από τους δηλωμένους άθεους καταφέρονται εναντίον των εκπροσώπων των θρησκειών και των συμβόλων τους. Μιλούν περιφρονητικά για τους ιερείς, επισκεπτόμενοι κάποιο μοναστήρι με άλλους εκδρομείς αρνούνται να μπουν στην εκκλησία ή ακόμη και στον περίβολο,  απαγορεύουν στα παιδιά τους να μπουν σε ναούς ή να έλθουν σε επαφή με παπάδες κλπ.
Η Ελληνική γλώσσα διαθέτει μια λέξη που περιγράφει επακριβώς αυτές τις συμπεριφορές των μεν και των δε: μισαλλοδοξία. Τρεις λέξεις σε συσκευασία μίας. «Μίσος, άλλος, δόξα». Τουτέστιν, μίσος για τις πεποιθήσεις (δόξα από το ρήμα δοκώ, που σημαίνει νομίζω, πιστεύω) του άλλου. Η κάθε είδους μισαλλοδοξία είναι αφ’ εαυτής ανόητη. Εκφράζει το αντίθετο από το αποδιδόμενο στον Βολταίρο «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες».
Ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις θρησκευόμενοι-άθεοι, βάζω μεγαλύτερο άδικο στους δεύτερους. Οι πρώτοι έχουν το ελαφρυντικό του φανατισμού που έχει ο προσήλυτος, ο οποίος θρησκεύεται στηριζόμενος στην πίστη του. Αντιθέτως, ο άθεος υποτίθεται πως στηρίζει τις πεποιθήσεις του στον νου, στην λογική (εκτός κι αν οι πεποιθήσεις αυτές είναι δοτές από τρίτους, π.χ. κάποιο πολιτικό κόμμα στο οποίο ανήκει). Αυτό που δυσκολεύεται να αντιληφθεί ο άθεος είναι ότι ο θρησκευόμενος πιστεύει επειδή έχει την ανάγκη να πιστεύει σε μια δύναμη ανώτερη από τον ίδιο, που θα του συμπαρασταθεί στις δυσκολίες της ζωής, μικρές και μεγάλες, και θα του απαλύνει τον φόβο του θανάτου που τον διακατέχει (όπως όλους μας) με την υπόσχεση μιας μετά θάνατον ζωής. Ο άθεος δεν αισθάνεται προφανώς αυτή την ανάγκη. Με γεια του με χαρά του. Από εκεί και πέρα η όποια  αντιπαράθεσή του με τους θρησκευόμενους αντιστρατεύεται στην ίδια την λογική του, στην οποία στηρίζει όπως  είπαμε, την αθεΐα του.
Ειρήνη υμίν.

(Εικονίζεται το έργο μου "Προσευχόμενος" από την συλλογή "Μπουκάλια")

384. Λεωφορείον ο... τσάμπας

Αγόρασα ένα εισιτήρια από το περίπτερο και πήρα το λεωφορείο για να πάω σε μια δουλειά. Ακύρωσα το εισιτήριο στο ειδικό μηχάνημα και κάθισα στο διπλανό κάθισμα. Πρόσεξα όμως ότι κανείς από τους πεντέξι επιβάτες που ανέβηκαν μαζί μου, δεν έκανε το ίδιο. Φαίνεται πως, από σύμπτωση, όλοι αυτοί έχουν εισιτήριο διαρκείας, σκέφτηκα. Γρήγορα όμως διαπίστωσα ότι ΚΑΝΕΝΑΣ από τους επιβάτες που ανέβαιναν στην συνέχεια δεν ακύρωνε εισιτήριο. Άρχισα να αισθάνομαι σαν τον χαζό της παρέας. Μα, καλά, εισπράκτορας δεν υπάρχει. Μα ούτε και ελεγκτής. Η εταιρεία πώς καλύπτει τα έξοδά της, αφού κανένας δεν πληρώνει; «Φορολογώντας εσένα…» άκουσα μέσα μου μια φωνή.

Άνοιξα την εφημερίδα που κρατούσα. «Αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων στα μέσα μεταφοράς σχεδιάζει η κυβέρνηση» έγραφε το πρωτοσέλιδο. «…και χρεώνοντάς σε με μεγαλύτερο εισιτήριο, βλάκα!» συμπλήρωσε η φωνή, μέσα μου.

Αν στη θέση την δική μου βάλεις τον μισθωτό και τον συνταξιούχο, στη θέση του τσαμπατζή επιβάτη τον φοροφυγάδα και στη θέση του εισιτηρίου τους φόρους, παίρνεις μιαν ιδέα για το πώς οι εκάστοτε κυβερνήσεις εννοούν την κοινωνική δικαιοσύνη.

383. Η ευγενής Ευγενία

      Στην μητέρα μου, που έφυγε πρόσφατα πλήρης ημερών, οφείλω όχι μόνο το ζην αλλά  και ένα μεγάλο μέρος του ευ ζην (το υπόλοιπο χρωστώ στους δασκάλους μου, σύμφωνα με τον Μεγαλέξαντρο).
Πολλοί οι λόγοι της οφειλής μου. Ο κυριότερος είναι ότι με μπόλιασε, εξ απαλών ονύχων, με τον πλούτο της λαϊκής μας παράδοσης.
Όταν τα άλλα παιδάκια μάθαιναν το παραμύθι με τα τρία γουρουνάκια, εγώ άκουγα το τραγούδι «Του Νεκρού Αδελφού» (εδώ). Έτσι, ο δεκαπεντασύλλαβος μπήκε στις νηπιακές μου φλέβες και με μπόλιασε με τον στιβαρό ρυθμό του (χρόνια αργότερα έγραψα «ο δεκαπεντασύλλαβος μοσχοβολάει Ελλάδα»). Το λεκτικό ορυχείο που κρύβουν μέσα τους οι στίχοι του τραγουδιού  αυτού έγιναν κτήμα μου, πριν μάθω καν να διαβάζω. Οι εικόνες του πεθαμένου αδελφού που σηκώνεται από το μνήμα για να καβαλικέψει το σύννεφο-άλογο και να πάρει το άστρο-χαλινάρι όχι μόνο ποτέ δεν με τρόμαξε αλλά με μύησε στην ποίηση. Το φινάλε, όπου η μάνα με την κόρη «αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δυο», κορυφώνεται η τραγικότητα της παραλογής, με εισήγαγε στο δράμα πολλά χρόνια πριν να ανακαλύψω  τους αρχαίους τραγικούς και τον Σαίξπηρ.
Τον «Κυρ Βοριά» (εδώ), ένα άλλο διαμάντι της δημοτικής μας ποίησης η μάνα μου τον απήγγειλε τραγουδιστά. Έτσι μυήθηκα και στη δημοτική μας μουσική.  
Τα παραμύθια που μου έλεγε δεν είχαν σχέση με παπουτσωμένους γάτους (αμφιβάλλω αν τα είχε ακούσει ποτέ). Ήταν η «Σεληνομαλλούσα» και άλλα ελληνικά, παραδοσιακά  παραμύθια.
Εννοείται πως όλον αυτό τον ακουστικό πλούτο, ακούγοντάς τον πάλι και πάλι, τον είχα αποστηθίσει πριν ακόμη πάω στο δημοτικό. Όταν την ρώτησα κάποτε, πού τα είχε μάθει όλα αυτά, απάντησε «τα άκουγα από μικρή» στο νησί της, την Σαλαμίνα.
Όλα αυτά τα ακούσματα όξυναν την φαντασία μου και κούρντισαν κάποιες χορδές ποιητικής ευαισθησίας, που με βοήθησαν αργότερα να εντρυφήσω σε λεπτές αποχρώσεις αισθητικών  απολαύσεων της ζωής.
Μάνα, σ’ ευχαριστώ που με γέννησες, με ανάθρεψες με όλη σου την αγάπη και μου κληροδότησες ένα πνευματικό θησαυρό. Το όνομά σου καθρέφτιζε όλη την ευγένεια της ψυχής σου. Θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη, όσο θα ζω.

(Εικονίζεται το έργο μου "Βρεφοκρατούσα" από την συλλογή "Όστρακα"

382. Συνομωσία ηλεκτρολόγων

       Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα διπλό διακόπτη του ηλεκτρικού ρεύματος, στο διάδρομο του σπιτιού μας. Δεξιά, μετά την πόρτα, είναι το μπάνιο και πάνω αριστερά κρέμεται το φωτιστικό του διαδρόμου. Θέλω να επισκεφτώ το μπάνιο. Δίλλημα: ποιο από τα δύο κουμπιά του διακόπτη πρέπει να πατήσω, το αριστερό ή το δεξί; Λογικά, ο ηλεκτρολόγος που πέρασε τα καλώδια έπρεπε, για να με διευκολύνει, να έχει σηνδέσει αντίστοιχα το δεξί κουμπί με το φως του μπάνιου, στα δεξιά μου, και το αριστερό με το φως του διαδρόμου, αριστερά μου. Πατώ το δεξί κουμπί. Τίποτε. Πατώ το αριστερό και ανάβει.
Θα μου πεις, ο ηλεκτρολόγος ήταν αμελής. Αψήφισε την κοινή λογική και τα συνέδεσε στη τύχη. Έτσι, η πιθανότητα να πετύχω το σωστό κουμπί είναι 50%. Λάθος. Οι περισσότεροι διπλοί διακόπτες δουλεύουν ανάποδα: το δεξί κουμπί για τον αριστερό χώρο και το αριστερό κουμπί για τον δεξί. Αυτό συμβαίνει σε διαφορετικά σπίτια, διαμερίσματα, μαγαζιά και γραφεία των οποίων την εγκατάσταση έχουν κάνει διαφορετικοί, φυσικά, ηλεκτρολόγοι.
Συμπέρασμα; Οι απανταχού ηλεκτρολόγοι έχουν κάνει μυστική συμφωνία μεταξύ τους για να παιδεύουν τον κόσμο και να γελάνε πίσω από την πλάτη μας. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει!
Όμως, έμαθα κι εγώ το μάθημά μου,. Κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά σε διπλό διακόπτη, χωρίς δισταγμό, πατώ το αντίθετο κουμπί. Σας διαβεβαιώνω ότι στο 90% των περιπτώσεων, το φως που θέλω ανάβει!  Δοκιμάστε το και θα με θυμηθέιτε...  

381. Ο γέρος που νιώθει νέος

      Ο συνδαιτυμόνας έσκυψε στο αυτί μου: «ξέρεις, είμαι 75 χρονών. Όμως αισθάνομαι νέος. Όταν ο πατέρας μου πέθανε στα εβδομήντα του ήταν γέρος. Άρα είμαι κι εγώ γέρος. Έλα όμως που δεν αισθάνομαι έτσι;».
Παρά την ηλικία του παρέμενε δραστήριος. Μεταξύ άλλων, επιτελούσε  φιλανθρωπικό έργο, που απαιτεί χρόνο κι ενέργεια. Αν είχε ακολουθήσει το κλασικό τρίπτυχο «παντόφλες - τηλεόραση - ψώνια στη λαϊκή αγορά» σίγουρα δεν θα είχε τέτοιο προβληματισμό.  
«Δεν είσαι ο μόνος», του αποκρίθηκα. «Με παραπέμπεις σε δύο μικρά ποιήματα* που έχω γράψει:

Παλιμπαιδισμός
Μάνα, / πάρε με πάλι στα γόνατά σου / και νανούρισέ με. / Κουράστηκα πια / να παριστάνω τον μεγάλο.
Ασπρομάλλικο παιδί
Μη σε ξεγελούν τ’ άσπρα μαλλιά μου / δεν είμαι παρά ένα μεγάλο παιδί».

«Να και κάποιος που με καταλαβαίνει, μολονότι πολύ νεότερος» είπε πίνοντας μια γουλιά κρασί.    

*από την συλλογή «Μονοκοτυλήδονα», που περιέχεται στην ιστοσελίδα μου «www.arisgavriilidis.gr”

380. Το γέλιο του βαρκάρη

      Μέχρι πριν από κάποια χρόνια, ο ταχυδρόμος περπατούσε  καθημερινά πολλά χιλιόμετρα για να παραδώσει την αλληλογραφία. Ο εργάτης έσκαβε τα θεμέλια με τον κασμά. Ο οικοδόμος έκοβε το πηλοφόρι στον  ώμο και ανεβοκατέβαινε τις σκαλωσιές. Ο αχθοφόρος στα λιμάνια και στους σταθμούς μετέφερε στα χέρια τα μπαγκάζια. Ο βαρκάρης τράβαγε γερό κουπί για να μεταφέρει τους επιβάτης στο πλοίο. Ο γεωργός αφράτευε το χώμα με την τσάπα για να φυτέψει. Ο ανθρώπινος ιδρώτας χυνόταν ποταμηδόν για να παραχθεί έργο ωφέλιμο για την κοινωνία.
      Στην εποχή μας, ο ανθρώπινος ιδρώτας συνεχίζει να ρέει άφθονος: στα γυμναστήρια, στον κυλιόμενο διάδρομο και το στατικό ποδήλατο του σπιτιού μας, στους δρόμους και στα γήπεδα με jogging και aerobic. Εκατομμύρια θερμίδες καίγονται τόνοι ιδρώτα μουσκεύουν βουνά από πετσέτες. Παραγόμενο έργο; Μηδέν. Όλα πάνε στο βρόντο. Κατασπατάληση ανθρώπινης ενέργειας. 
       Άραγε, τι θα έκανε ένας παλιός βαρκάρης αν έβλεπε κάποιον να ιδροκοπά "τραβώντας κουπί" στο μηχάνημα άσκησης ενός γυμναστηρίου; Υποθέτω πως θα λυνόταν στα γέλια, πετώντας με σαρκασμό  ένα "ε, πατριώτη, σία κι αράξαμε"...

379. Η δόλια πατρίδα

      Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, οι πολιτικοί, (με ελάχιστες εξαιρέσεις) αφού ασέλγησαν επί δεκαετίες πάνω της, τώρα θυμήθηκαν την «πατρίδα». Όταν μιλούν, βάζουν αυτή τη λέξη παντού, σαν μαϊντανό, για να δηλώσουν την ανύπαρκτη φιλοπατρία τους. Οι πράξεις τους, καθημερινά, ξεσκεπάζουν την υποκρισία τους αφού το πρώτο, κύριο και αποκλειστικό τους μέλημα είναι η πολιτική τους επιβίωση,  γι’ αυτό και μεταπηδούν ε ευκολία σε άλλο κόμμα νομίσουν πως θα τους διασώσει. Αν οι ενέργειές τους αντιστρατεύονται στα συμφέροντα της «πατρίδας» για την οποία τάχα κόπτονται, τόσο το χειρότερο για την πατρίδα.
Αυτά για τους πολιτικούς, που ήσαν είναι και θα είναι αυτοί που είναι.
Αλήθεια όμως, ποια ήταν η σχέση ημών, των κοινών πολιτών, με την πατρίδα, παλιά και τώρα; Θυμάμαι, στην δεκαετία του ’50, το ραδιόφωνο μετέδιδε καθημερινά ένα ημίωρα πρόγραμμα με στρατιωτικά εμβατήρια. Τραγουδισμένα από αντρικές χορωδίες, που συνόδευαν πνευστά και κρουστά, εξυμνούσαν την χώρα μας με στίχους όπως:  «…η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…». Μια και η εποποιία του ’40, ήταν σχετικά πρόσφατη, τα ερτζιανά μετέφεραν συχνά την φωνή της Βέμπο σε τραγούδια όπως «…παιδιά, της Ελλάδος παιδιά». Στα σχολεία, στις εθνικές εορτές  της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, οι μαθητές απήγγειλαν ποιήματα με πατριωτικό περιεχόμενο που εξυμνούσαν τις ηρωικές πράξεις των προγόνων μας και την ιερότητα της σημαίας. Μερικοί θα θυμούνται ακόμη τα σχετικά σκετσάκια που έπαιζαν οι μαθητές και οι μαθήτριες με τις οδηγίες των δασκάλων. Θα θυμούνται ακόμη την κατάθεση στεφάνων στο ηρώο, τον ιερέα να κάνει μνημόσυνο στους πεσόντες και να ακολουθεί ενός λεπτού σιγή. Το άκουσμα του Εθνικού Ύμνου προξενούσε ρίγη συγκινήσεως σε μικρούς και μεγάλους, που στέκονταν προσοχή. Όλα αυτά σφυρηλατούσαν την εθνική συνείδηση στους πολίτες  που τους οδηγούσε στην αγάπη για την πατρίδα (χωρίς εισαγωγικά). Απότοκο αυτής της αγάπης, ανάμεσα στα άλλα,  ήταν και ο σεβασμός του δημόσιου χρήματος που θεωρείτο ιερό.
Μετά την 21η Απριλίου 1967 το σκηνικό άλλαξε. Τα στρατιωτικά εμβατήρια και οι πατριωτικές εκδηλώσεις, στη συνείδηση του κόσμου, ταυτίστηκαν με το καθεστώς.  Η μπάλα πήρε και την Ελληνική σημαία, που έγινε το μεγάλο, αθώο θύμα. Μετά την μεταπολίτευση, μεταξύ άλλων, καταργήθηκε η έπαρση της σημαίας στα σχολεία. Πολλά χρόνια μετά, φίλος μου λυκειάρχης τόλμησε να  την υψώσει αψηφώντας κάποιες διαμαρτυρίες.  Για εμβατήρια ούτε λόγος. Η λέξη πατρίδα εξορίστηκε από το καθημερινό λεξιλόγιο. Αν την εκστόμιζες σε θεωρούσαν ότι ανήκες σε ακραίες πολιτικές παρατάξεις.
Αποτέλεσμα; Αμβλύνθηκε η έννοια του πατριωτισμού. Βαθμηδόν, η πατρίδα παραμερίστηκε και την θέση της πήρε το «εγώ και η πάρτη μου». Το δημόσιο χρήμα όχι μόνον έπαψε να θεωρείται ιερό αλλά ήταν και μεγάλη «μαγκιά» να το κλέβεις. Ο κόσμος θαύμαζε κρυφά ή φανερά τα  πάσης φύσεως τρωκτικά του δημόσιου χρήματος και τους έκλεινε πονηρά το μάτι. Ήσαν μια απέραντη στρατιά από πολιτικούς, διαπλεκόμενους επιχειρηματίες και εκδότες, απατεώνες που έπαιρναν επίδομα τυφλότητας,  συγγενείς που συνέχιζαν να εισπράττουν τη σύνταξη των από χρόνια πεθαμένων δικών τους, μαγαζάτορες που δεν έκοβαν απόδειξη και έβαζαν τον ΦΠΑ στην τσέπη και πολλούς άλλους. Ο κόσμος τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι όλοι αυτοί που θαύμαζε στην πραγματικότητα έκλεβαν την δική του τσέπη. Το έμαθε ξαφνικά όταν το πάρτι τελείωσε και του ήλθε ο λογαριασμός με την μορφή απολύσεων, κλεισίματος μαγαζιών και επιχειρήσεων, άγριου τσεκουρώματος στους μισθούς και στις συντάξεις, στρατιές ανέργων, επιστροφή στη δραχμή, αβεβαιότητα για το μέλλον. 
Τώρα, θυμηθήκαμε ξανά την δόλια πατρίδα.

378. ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΤΣΙΝΕΑ



Εικονίζεται το έργο μου "ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΤΣΙΝΕΑ" από την συλλογή "Όστρακα".

Don Quixote and Dulcinea. The famous character of Miguel Cervantes is chatting with his beloved Dulcinea. The windmill on his side is a give away of his identity.  Made of sea shells.

377. Γιατροπορέματα της εποχής του 1950 (5/5)

        Το τρύπημα των κοριτσίστικων αφτιών για σκουλαρίκια γινόταν με μια βελόνα καμένη στη φλόγα και σκουπισμένη σε μπαμπάκι με οινόπνευμα, στην οποία ήταν περασμένη χοντρή κλωστή. Η κλωστή αυτή, στη συνέχεια, δενόταν κόμπος και παρέμενε για λίγες ημέρες ώσπου να θρέψει η πληγή. Δεν ξέρω κατά πόσον η διαδικασία αυτή ήταν οδυνηρή, αλλά, βλέποντας την αδελφή μου να της τρυπούν τα αφτιά, δόξαζα τον θεό που γεννήθηκα αγόρι.

Αυτός όμως δεν ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τα κορίτσια υπέφεραν περισσότερο από τα αγόρια από τις συνθήκες και τις δοξασίες της εποχής. Όταν είχαν περίοδο, οι μαμάδες τους δεν τα άφηναν να πλυθούν για να μην κρυώσουν και πονούν. Και, φυσικά, τότε, οι σερβιέτες περίμεναν ακόμη τον εφευρέτη τους...
Τα σκέφτεσαι τώρα όλα αυτά και σε πιάνει πονοκέφαλος. Τι είπα; Πονοκέφαλος; Θα πάρεις αμέσως ένα Αλγκόν ή μια Καλμαλίνη ("υποβιβάζει τον πυρετό, ανακουφίζει από τους πόνους", έλεγε το διαφημιστικό σλόγκαν) ή ένα κοκοράκι, δηλαδή μια άσπρη σκόνη τυλιγμένη σε χάρτινο φακελάκι που κατασκεύαζε ο φαρμακοποιός της γειτονιάς. Αν δεν περνούσε με αυτά, σου δένανε σφιχτά το κεφάλι με ένα πανί, ενώ ο πυρετός "υποβιβαζόταν" με κομπρέσες με ξύδι στο μέτωπο.
Σίγουρα, ο καθένας από εμάς έχει να θυμηθεί και κάποια άλλα γιατροσόφια της εποχής. Ευχαρίστως θα δημοσιεύσουμε όποιο κείμενο με σχετική εμπειρία μας στείλετε.
Ύστερα από όλα αυτά που υπομείναμε, απορώ ακόμα πως επιζήσαμε και δεν αφήσαμε την τελευταία μας πνοή στο κρεβάτι του πόνου. Με παρηγορεί όμως η σκέψη ότι άλλοι, πριν από εμάς, τραβήξανε χειρότερα. Ας διαβάσει όποιος θέλει τον "Θανάτου του Παλικαριού", το εξαίσιο διήγημα του Κωστή Παλαμά (http://www.scribd.com/doc/54471758/K-Palamas-Thanatos-Palikariou) και θα καταλάβει τι εννοώ...
-Τέλος-
(Το εικονιζόμενο έργο μου είναι από την συλλογή "Όστρακα")

376. Γιατροπορέματα της εποχής του 1950 (4/5)

         Αν ξυπνούσες το βράδυ με πονόκοιλο από κρύωμα, το φάρμακο σε περίμενε μέσα στο ντουλάπι. Δυο γερές γουλιές κονιάκ, όχι Γαλλικό βέβαια, αλλά χύμα, από το γωνιακό ποτοποιείο, φτιαγμένο με παλιά, μυστική, πατροπαράδοτη συνταγή. Δηλαδή, γερό ανακάτεμα άσπρου οινοπνεύματος, ζάχαρης, εσάνς και μπογιάς. Οπότε, με το ποτό-μπόμπα στο παιδικό σου κεφάλι, ξανάπεφτες ξερός για ύπνο και ξέχναγες τον πονόκοιλο.

Για την μυρμηγκιά στο χέρι που έβγαινε, σύμφωνα με την κατηγορηματική διαβεβαίωση των μεγαλύτερων παιδιών αν μέτραγες τα άστρα, υπήρχε ένα αλάνθαστο φάρμακο: το γήτεμα. Το αστείο είναι ότι μ' ένα τέτοιο ξόρκι που είχα κάνει με την καθοδήγηση της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου, απαλλάχθηκα γρήγορα, ανώδυνα, ανέξοδα και αποτελεσματικά από μια μυρμηγκιά. Από τότε, μολονότι δεν το πιστεύω, αποφεύγω να μετράω τις νύχτες τα άστρα. Ποτέ δεν ξέρεις...Τώρα που το σκέπτομαι, ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους που δεν έγινα αστρονόμος.
Όταν πάθαινες έγκαυμα από το πολύωρο κολύμπι στις κοσμικές πλαζ της περιοχής, δηλαδή στο Καζάνι ή στα Γουρουνάκια, επειδή τα αντιηλιακά, τουλάχιστον σ' εμάς, ήταν άγνωστα, το φάρμακο ήταν το πασάλειμμα με γιαούρτι. Χώρια που τρώγαμε και την πέτσα με μπόλικη ζάχαρη. Κι όπως διάβαζα πρόσφατα στον τύπο, κάποιος ειδικός συνιστούσε ακριβώς το γιαούρτι σε τέτοιου είδους εγκαύματα. Να, το λοιπόν, που, όσον αφορά τουλάχιστον τα γαλακτοκομικά ως φάρμακα, ήμασταν και σε κάτι πιο μπροστά από την εποχή μας.
Αν σε έπιανε κόψιμο, σου δίνανε να πιεις το χυμό ενός λεμονιού, έτσι, στην ψύχρα. Χωρίς αραίωμα με νερό, χωρίς ζάχαρη. Μπαμ και κάτω. Σύμφωνα δε με άλλη συνταγή, στον χυμό αυτό προσέθετες και μια κουταλιά ωμό καφέ. Το σκέφτομαι τώρα και μουδιάζουν τα δόντια μου.
 (Συνεχίζεται)

375. Γιατροπορέματα της εποχής του 1950 (3/5)

       Έβγαζες τη "χρυσή", δηλαδή πάθαινες ίκτερο; Κανένα πρόβλημα. Κατ' αρχήν, για την διάγνωση δεν χρειαζόταν ούτε γιατρός ούτε μικροβιολογικές και άλλες δαπανηρές εξετάσεις. Η διάγνωση γινόταν με το έμπειρο μάτι της γειτόνισσας της κυρά.... (εδώ συμπληρώνεις το κατάλληλο όνομα, ανάλογα με την γειτονιά που έμενες). Μετά τη διάγνωση, που δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση, ερχόταν η θεραπεία. Ούτε φάρμακα ούτε τίποτε. Με ένα ξυραφάκι ξυρίσματος, κατά προτίμηση αχρησιμοποίητο, σου χάραζαν, το εσωτερικό μέρος του χείλους σου, και γινόσουν περδίκι. Μάλιστα, ήμουν μάρτυς στην περίπτωση του αλόγου ενός γείτονα καραγωγέα (τουτέστιν μεταφορέα με κάρο) που, άγνωστον πώς, οι "ειδήμονες" διέγνωσαν χρυσή και του χάραξαν το εσωτερικό του κάτω χείλους του (του αλόγου, όχι του καραγωγέα) με σπασμένο κεραμίδι.

Έχω ακόμη την βάσιμη υποψία ότι όλοι οι γιατροί της εποχής, θεός σχωρέστους, που ήσαν "πλερωματικοί", δηλαδή ιδιωτικοί, μαζί με τους γιατρούς του ΙΚΑ, είχαν μυστικά συνωμοτήσει για να σε βασανίζουν. Σου έγραφαν ενέσεις, πενικιλίνη (εξ αιτίας της μίσησα στην Κυλλήνη), στρεπτομυκίνες, ή χρυσομυκίνες (εξ αιτίας τους δεν επισκέφθηκα ποτέ τις Μυκήνες).
Και, στη συνέχεια, έκανε την εμφάνιση της μια άλλη γειτόνισσα, η "ενεσού", πάντοτε γλυκομίλητη, έχοντας υπομάλης το τσαντάκι με τα σατανικά σύνεργα της, κάτι τεράστιες σύριγγες με ανατριχιαστικές βελόνες. Τις έβραζε, για απολύμανση, στην κατσαρόλα, πάνω στην γκαζιέρα που είχε ετοιμάσει η μητέρα σου (κι αυτή στο κόλπο), μια και οι σύριγγες μιας χρήσεως δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη. Εσύ κρυφοκοίταζες, με δέος, κάτω από τα σκεπάσματα, την φοβερή διαδικασία και ευχόσουν να πάθει συγκοπή και να πεθάνει εκείνη τη στιγμή η ενεσού για να την γλυτώσεις. Κι όταν έβγαζε τον αέρα από τη σύριγγα κρατώντας την με τη βελόνα προς το ταβάνι και δημιουργώντας ένα μικρό σιντριβάνι, σου έλεγε μελιστάλαχτα "έτοιμοι είμαστε" που σου θύμιζε το "επί σκοπόν" του εκτελεστικού αποσπάσματος. Κι εσύ, αντί να είσαι στημένος περήφανα στον τοίχο τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο και πεθαίνοντας για την πατρίδα, σαν πρωταγωνιστής του Μικρού Ήρωα, βρισκόσουν μπρούμυτα σ' ένα φτωχικό κρεβάτι, με τον πισινό μισόγυμνο, περιμένοντας το μοιραίο! Ευτυχώς που βγήκαν στη συνέχεια τα αντιβιοτικά και οι κάψουλες και γλύτωσαν τα παιδιά μας τουλάχιστον, αυτή την οδυνηρή και ταπεινωτική δοκιμασία...
(Συνεχίζεται)

374. Γιατροπορέματα της εποχής του 1950 (2/5)

      Ο ορθοπεδικός γιατρός ήταν μια λέξη σχεδόν άγνωστη. Τον ρόλο του τον κάλυπταν οι διάφοροι "πρακτικοί". Ο πιο ονομαστός από αυτούς, ο Βλάχος. Η φήμη του είχε πάρει διαστάσεις θρύλου. Μάλιστα, κάποιος φίλος μου έλεγε, στα σοβαρά, ότι σε κάποιο δικαστήριο που τον πήγαν, επειδή ασκούσε ιατρικές πράξεις χωρίς να είναι γιατρός, εκείνος, υπό τα όμματα των δικαστών, θεράπευσε τα σπασμένα πόδια ενός ζωντανού αρνιού που σηκώθηκε και περπάτησε! Πάλι καλά που δεν μου είπε ότι ανάστησε και κάποιο νεκρό...

Για το κρυολόγημα, εντριβή με πράσινο οινόπνευμα και στην συνέχεια κομπρέσα με οινόπνευμα στο στήθος. Κι άντε εσύ να κοιμηθείς με τη μυρωδιά του σπίρτου στα ρουθούνια σου. ΄Ασε που, αν άναβε σπίθα σε ακτίνα δέκα μέτρων, σε έκανε μπουρλότο...
Αν είχες "πουντιάσει" και πονούσε η πλάτη σου ή είχες βήχα, κατέφθανε ο βενζινάς της γειτονιάς με ένα μπιτόνι πετρέλαιο για εντριβή στην πλάτη και μια εφημερίδα κάτω από την φανέλα για να γίνεις "φούρνος". Δεν ξέρω αν έτσι έφευγε το κρύωμα, το βέβαιο είναι ότι μύριζες για μέρες σαν χαλασμένη γκαζιέρα.
Αν δεν έπιανε η θεραπεία με τα καύσιμα (οινόπνευμα ή πετρέλαιο) είχαν σειρά οι βεντούζες. Αυτές ήσαν ποτηράκια με παχύ γυαλί που ζέσταιναν το εσωτερικό τους με ένα αναμμένο μπαμπάκι δεμένο σε πιρούνι και ποτισμένο με οινόπνευμα που με έναν απαίσιο ήχο τα ένιωθες πέφτουν σαν μαχαιριές στην πλάτη σου. Αν ήσουν τυχερός τη γλύτωνες μέχρι εκεί. Γιατί διαφορετικά υπήρχαν και οι κοφτές βεντούζες. Ίδια διαδικασία με τις απλές, μόνο που μ' ένα ξυραφάκι σου έκαναν έντεχνα διάφορες μικρές τομές στο δέρμα της πλάτης πριν ρίξουν από πάνω την βεντούζα για να "τραβήξει το χαλασμένο αίμα". Όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από αυτό το χειρουργείο έχουν ακόμη στην πλάτη τους, για ενθύμιο, τις ουλές από τις ξυραφιές εκείνες. Κάτι, σαν μεταμοντέρνο τατουάζ...
(Συνεχίζεται)

373. Γιατροπορέματα της εποχής του 1950 (1/5)

         Σε πολλούς από εμάς, τα μέσα του αιώνα που πέρασε συμπέσανε με την παιδική ηλικία που τα γεγονότα της εποχής εκείνης χάραχτηκαν βαθειά μέσα μας.

Λίγο η καχεξία των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, λίγο η χαμηλή τεχνολογία της εποχής (φανάρια για την συντήρηση τροφίμων αντί ψυγεία, λόγου χάριν), λίγο η άγνοια (οι μεγάλοι κάπνιζαν αμέριμνοι σε ντουμανιασμένα δωμάτια με παιδιά), λίγο τα συχνά ατυχήματα στα παιχνίδια (όλη μέρα στους χωμάτινους δρόμους και στις αλάνες), λίγο οι ανύπαρκτες ή περιορισμένες συνθήκες υγιεινής (απόπατος αντί τουαλέτα, τσίγκινο βρυσάκι αντί τρεχούμενο νερό), κάθε λίγο και λιγάκι όλο και κάποια ασθένεια ή πόνος ή πληγή από χτύπημα μας ταλαιπωρούσε.
Και να σκεφθεί κανείς ότι ούτε η σημερινή ιατρική υποδομή υπήρχε τότε, ούτε το σημερινό οπλοστάσιο των θαυματουργών αντιβιοτικών και των άλλων φαρμάκων. Αλλά και τα φάρμακα τότε ήσαν πανάκριβα. Γι' αυτό και η έκφραση της εποχής για κάποιο ακριβό μαγαζί ήταν: "φαρμακείο είναι".
Ας θυμηθούμε όμως, πως γιατροπορευόταν ο κόσμος εκείνη την εποχή και τι πιθανά και, κυρίως, απίθανα γιατροσόφια χρησιμοποιούσε. Άλλα αποτελεσματικά, άλλα άχρηστα και άλλα επικίνδυνα για την υγεία.
Κατ' αρχήν για να σταματήσει το αίμα σε μια πληγή, οι "θεράποντες" παριστάμενοι έσπευδαν με πανικό να ανακαλύψουν ένα τσιγάρο, έστω και γόπα. Όχι για να το δώσουν στον πάσχοντα να το… καπνίσει. Κάτι χειρότερο! Έκοβαν το τσιγάρο (κυριολεκτικά όχι μεταφορικά…) και άδειαζαν τον καπνό πάνω στη χαίνουσα πληγή που την έδεναν σφιχτά μ' έναν επίδεσμο, συχνά παλιό πουκάμισο κομμένο σε λουρίδες.
Για εκείνο τον καταραμένο πόνο του αφτιού, (τι πληγές κάθομαι και σκαλίζω τώρα!) υπήρχε το φάρμακο ΟΤΙΛ, το λαδάκι από το καντήλι, προφανώς για να είναι ζεστό, που ενσταλάζετο στον ακουστικό πόρο, ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, αρκεί να χωρούσε το αφτί, συμπεριλαμβανομένης και μιας σκελίδας ψημένου σκόρδου (!)
Μια και μιλήσαμε όμως για σκόρδο, σε περίπτωση μελανιάσματος από χτύπημα ή στραμπούληγμα, κατέφθανε το κατάπλασμα με κοπανισμένο κρεμμύδι που βρωμούσε χιλιόμετρα μακριά.
 (Συνεχίζεται)

372. ΓΛΑΥΞ (ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ)


Εικονίζεται το έργο μου "ΓΛΑΥΞ" από την συλλογή "Όστρακα"

Μερικές φορές μένω και ο ίδιος έκπληκτος με το αποτέλεσμα της σύνθεσης ελάχιστων, σε αριθμό, οστράκων.

Εδώ, άρχισα με την ομοιότητα με μάτια, που έχουν το πίσω μέρος των θαλάσσιων σαλιγκαριών. Η κοχλιοειδής καφετιά γραμμή που αρχίζει από την "ίριδα", μου θύμισε κουκουβάγια. Δεν είχα παρά να βρω ένα "σώμα" που να θυμίζει πουλί. Το τέταρτο όστρακο, στην βάση, θα μπορούσε να λείπει αλλά προσδίδει αρμονία στο σύνολο.

Η επιγραφή "Άρτι κομισθείσα εις Αθήνας" είναι ένα λογοπαίγνιο που παραπέμπει στην γνωστή, και σήμερα, αρχαία φράση "κομίζει γλαύκα εις Αθήνας", (δηλαδή, "δεν μας λέει τίποτε νέο"), αφού η αρχαία πόλη φιλοξενούσε πολλές κουκουβάγιες.

Sometimes I am astonished from the unexpected result of the combination of a minimal number of shells.
I started this one with the resemblance in the eyes that the back side the snail shells have. The spiral, brownish line, starting from the “rainbow” creates the illusion of night owl eyes. I then had to find a “body” suitable for a bird, which I did. The forth shell, structure-wise could be eliminated but it gives harmony to the whole picture.

371. Οι βόλοι και τα γυαλένια

          Έπεσε στα χέρια μου ένα γραμματόσημο που απεικονίζει γυάλινους βόλους. Έστειλε την μνήμη μου στα παιδικά μου χρόνια, τότε που ο πλούτος μετρούσε όχι με λεφτά αλλά με το πόσοι βόλοι φούσκωναν την τσέπη του κοντού παντελονιού σου.
Για να ακριβολογήσουμε, οι βόλοι ήσαν φτιαγμένοι από ψημένο χώμα και βαμμένοι με γήινα απαλά χρώματα: καφετί, μπεζ, πρασινωπό. Είχαν όμως δύο μειονεκτήματα: έσπαζαν εύκολα αν τους πατούσες κατά λάθος, και ξέβαφε η μπογιά τους στα ιδρωμένα χέρια σου. Παρέμειναν πάντα οι φτωχοί συγγενείς των πλούσιων ξαδέλφων τους, που ήσαν τα γυαλένια.
Τα γυαλένια ήσαν καμωμένα από διαφανές  γυαλί με ένα ελικοειδές, μικροσκοπικό φυλλαράκι,  στη μέση. Το φυλλαράκι αυτό ήταν όλη η ομορφιά τους, αφού καθένα είχε το δικό του υπέροχο χρώμα και άλλαζε σχήμα και απόχρωση καθώς κυλούσαν. Τα λέγαμε και καλένια (παραφθορά του γυαλένια) ή γκαζές. Πολύ ακριβότερα στην τιμή από τους χωμάτινους βόλους, που τους έβλεπαν αφ’ υψηλού μέσα από την αστραφτερή θωριά τους. Κυκλοφορούσαν ακόμη και μεταλλικές μπίλιες από παλιά ρουλεμάν.
Παίζονταν όπως τα καρύδια: Ο κάθε παίχτης έβαζε από ένα ίσο αριθμό γυαλενιών στην ίδια σειρά και από μακριά προσπαθούσε να τα «τζανίσει» με ένα μεγαλύτερο γυαλένι, δηλαδή να τα χτυπήσει και να σπρώξει εκτός σειράς. Από τα πολλά «τζανίσματα» τα καλένια υπέφεραν και έμοιαζαν πυροβολημένα με μικρά σκάγια.
Ένα άλλο παιχνίδι με γυαλένια ήταν ο «καπετάνιος», που μου άρεσε ιδιαίτερα. Σκάβαμε πέντε λακκούβες στο χώμα σε διάταξη που έχει ο αριθμός αυτός στο ζάρι, σε απόσταση ενός περίπου μέτρου μεταξύ τους. Με το γυαλένι του ο παίχτης γονατιστός προσπαθούσε…τι προσπαθούσε άραγε; Η μνήμη μου δεν με βοηθά περισσότερο.
Σε κάποια μαγαζιά μπορεί να βρει κανείς και σήμερα γυαλένια. Καμία σχέση με την ποικιλία και την ομορφιά των χρωμάτων των παλιών αφού τα σημερινά, κινέζικα, είναι ομοιόμορφα με πρασινωπό χρώμα.
Για χωμάτινους βόλους φυσικά, ούτε συζήτηση. Αυτοί απευθύνονταν σε πολύ φτωχά παιδιά όπως εκείνα της δεκαετίας του ΄50.  Ας μείνουν για πάντα θαμμένοι στο κουτί των αναμνήσεων…

370. Διαφορετικές αναγνώσεις ίδιου βιβλίου

      Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το περιεχόμενο ενός βιβλίου, ιδίως του λογοτεχνικού συναρτάται κυρίως με τις προσωπικές εμπειρίες μας. Γι’ αυτό, διαφορετικοί άνθρωποι έχουν διαφορετικές εντυπώσεις για το ίδιο βιβλίο. Για τον ίδιο λόγο, "εισπράττουμε" διαφορετικά το ίδιο μυθιστόρημα,  όταν το διαβάσουμε σε διαφορετικές ηλικίες της ζωής μας.
Το ίδιο ισχύει και για άλλες μορφές τέχνης: ποίηση, θέατρο, κινηματογράφος, ζωγραφική, γλυπτική κλπ. 
Σε τελευταία ανάλυση, το πώς αντιλαμβανόμαστε το καθένα από όλα τα πράγματα στη ζωή είναι συνάρτηση, κυρίως, των προσωπικών εμπειριών, της φαντασίας, των επιθυμιών και των αναγκών μας.

369. Μια ζωή στο φόβο

        Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα μέσα στον φόβο. Γεννήθηκα στο τέλος της δεκαετίας του ΄50. Ο πόλεμος και η Γερμανική κατοχή είχε τελειώσει πριν λίγα χρόνια και ο εμφύλιος μόλις έληξε. Μολονότι η γενιά μου δεν βίωσε αυτούς τους δύο πολέμους (δεν ξέρω ποιος ήταν ο πιο καταστροφικός), μεγάλωσε μέσα στον απόηχό τους που κυριαρχούσε για πολλά ακόμη χρόνια, ίσως μέχρι τώρα. (Ένας συμμαθητής, στο δημοτικό, μου έδειξε μαυρόασπρες φωτογραφίες νεκρών που μεταφέρονταν με καρότσια στο νεκροταφείο. Τις είχε τραβήξει ο πατέρας του, γιατρός, στην κατοχή. Η δασκάλα μάς ζήτησε να δηλώσουμε ποια παιδιά θέλανε, αν  γινόταν πόλεμος, να μας πάνε σε ένα μέρος όπου «ούτε τα κανόνια δεν θα ακούγονταν». Κάποιος φωστήρας στο Υπουργείο Παιδείας είχε αυτή την φαεινή ιδέα, αλλά έκτοτε δεν ξαναμίλησε ποτέ κανείς γι’ αυτό).
Το κλίμα φόβου τότε επικρατούσε παντού. Κατ’ αρχήν, ο φόβος της εξουσίας, κυρίως μέσω του χωροφύλακα. (Στο λεωφορείο, ο φίλος μου  ψιθύρισε: «Αυτός εκεί είναι μπάτσος».  Στην στάση που κατεβήκαμε,  μας ακολούθησε ο τύπος και άστραψε, δημοσίως δυο σφαλιάρες στα παιδικά μάγουλα του φίλου μου λέγοντας «να, για να μάθεις να λες “μπάτσος”». Σαββατόβραδο, ενώ ετοιμαζόμασταν για ύπνο, η εξώπορτα σείστηκε από δυνατά χτυπήματα. Ανοίξαμε έντρομοι κι ένας αστυφύλακας μάς είπε αυστηρά ότι, επειδή το σπίτι μας ήταν γωνιακό, έπρεπε να έχουμε όλη την νύχτα αναμμένο το εξωτερικό φως της εξώπορτας! Ευρηματικός τρόπος δημοτικού φωτισμού). Στις δημόσιες υπηρεσίες, ο πολίτης βρισκόταν στο έλεος του υπάλληλου. Στην αίτηση που  συμπλήρωνε όφειλε να δηλώσει δουλικά την υπέρτατη υποτέλειά του, υπογράφοντας «Ευπειθέστατος ο Αιτών», (το ευπειθής δεν αρκούσε, έπεφτε λίγο…). Αυτό που για τον ξένο ήταν «εθνικότητα» (nationality), και «πολίτης» (citizen) για τον Έλληνα ήταν «υπηκοότητα», και «υπήκοος» προκειμένου να δηλώσει, και πάλι ταπεινά, υπακοή στο κράτος.    
Η σωματική τιμωρία στο σχολείο, με τον χάρακα του δασκάλου και τα χαστούκια των καθηγητών, ήταν σε ημερησία διάταξη. (Σε συνεστίαση παλιών συμμαθητών, πλησίασα την φιλόλογο της πρώτης γυμνασίου. «Στην δωδεκαετία των μαθητικών μου χρόνων έφαγα μόνο ένα χαστούκι. Φαντάζεστε ποιος μου το έχει δώσει;» την ρώτησα. Κατάλαβε. Σάστισε. Ψέλλισε κάποιες δικαιολογίες για τις συνθήκες εκείνης της εποχής. Η μικρή μου εκδίκηση ύστερα από σαράντα χρόνια). Ο εξευτελισμός στη εφηβεία συμπληρωνόταν με το υποχρεωτικό, στρατιωτικό κούρεμα, χωρίς ίχνος χωρίστρας. Ο τακτικός έλεγχος του γυμνασιάρχη-μπαμπούλα σε έστελνε στον κουρέα. Στις αίθουσες διδασκαλίας, ο καθημερινός φόβος να «σηκωθείς για μάθημα», τα ξαφνικά, πρόχειρα διαγωνίσματα, οι εξετάσεις του πρώτου εξαμήνου (μέσα στις αποκριές) και του δευτέρου εξαμήνου, (τον Ιούνιο), σε όλα τα μαθήματα, σε ολόκληρη την διδαχθείσα ύλη. Αγωνία για τα αποτελέσματα.   
Το ανώμαλο πολιτικό κλίμα στη δεκαετία του εξήντα συντηρούσε ένα γενικότερο φόβο. Κυπριακό, ανένδοτος, αποστασία, δολοφονία Λαμπράκη, απειλή Κρούτσεφ περί βομβαρδισμού της Ακρόπολης, διαφυγή Καραμανλή. Η χούντα ήλθε, σαν επιστέγασμα, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Στη διεθνή κονίστρα, ο μόνιμος και πανταχού παρών φόβος για πυρηνικό όλεθρο, μια και ζούσαμε στην  «ισορροπία του τρόμου» ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις, η αγωνία κορυφώθηκε με την κρίση των πυραύλων της Κούβας, το 1962. 
Στο γυμνάσιο και λύκειο στην πιο τρυφερή ηλικία, αγόρια και κορίτσια χώρια. (Τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών, όντας μεικτά, επιτέλεσαν μεγάλο κοινωνικό έργο). Επικοινωνία ανάμεσα στα δύο φύλλα υπό το κράτος του φόβου: φόβος να μην τους δει κανένα μάτι, φόβος για τα αφροδίσια, φόβος για την διατήρηση της παρθενίας, φόβος να μην το μάθει ο αδελφός. (Φίλος μού εξομολογήθηκε πρόσφατα ότι είχε σπάσει στο ξύλο την αδελφή του, μόνο και μόνο επειδή τηνέίδε να μιλάει με νεαρό στη γωνιά του δρόμου. «Τέτοιος βλάκας ήμουν τότε», συμπλήρωσε). 
Φοιτητικά χρόνια μέσα στο φόβο της χούντας. Το πανεπιστήμιο αποστειρωμένο σαν θάλαμος χειρουργείου. Με καρδιοχτύπι ακούγαμε κρυφά Θεοδωράκη. («Νομίζω πως με παρακολουθούν. Λες να με άκουσε κανείς το βράδυ που ακούω Ντόιτσε Βέλλε;» με είχε ρωτήσει  ο φίλος μου, ο Νίκος»). Δολοφονία των Κένεντι και του Λούθερ Κινγκ.
Δύο χρόνια στρατιωτικής θητείας, μεσούσης τους χούντας. (Μέχρι σήμερα, ο μόνιμος εφιάλτης που επανέρχεται κάθε τόσο στα όνειρά μου είναι ότι υπηρετώ, για πολλοστή φορά, την θητεία μου).  
Πολυτεχνείο, χούντα Ιωαννίδη, Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, επιστράτευση, πρόθυρα πολέμου με Τουρκία. Η επάνοδος Καραμανλή άργησε να εξοβελίσει τον φόβο για νέα χούντα, αφού παρέμεναν τα «σταγονίδια».
Στα χρόνια που ακολούθησαν σταθεροποιήθηκε η δημοκρατία στην Ελλάδα, ελέω ΕΟΚ, και κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση. Έτσι εξέλιπαν δύο φόβοι: η τοπική πολιτική αβεβαιότητα και ο πυρηνικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Τους αντικατέστησαν επαξίως νέοι:Επιδημίες (Aids, νόσος των πτηνών, των χοίρων, τρελές αγελάδες, γρίπη Η1Μ1), μόλυνση περιβάλλοντος (αλλαγή κλίματος, τρύπα όζοντος, απειλούμενη έλλειψη νερού), μεταλλαγμένα, τοπικές πολεμικές συρράξεις (Ιράκ, Σερβία, Λιβύη, Συρία, Ίμια, σεισμοί, πυρκαγιές, φόβος τσουνάμι στο Αιγαίο, τρομοκρατικές ενέργειες.  Η θρησκεία απαλύνει τον φόβο του θανάτου αλλά προσθέτει άλλους. (Τον θρησκευόμενο τον λέμε «θεοφοβούμενο»).
Ευτυχώς, δεν κατατρύχομαι από πρόσθετους προσωπικούς φόβους, (υψοφοβία, αγοραφοβία, αραχνοφοβία, κλειστοφοβία, αεροπλανοφοβία, κλπ).  
Το αίσθημα ελευθερίας μετά την μεταπολίτευση το πληρώσαμε με την μετεξέλιξη της Ελλάδας σε κράτος ρεμούλας, ασυδοσίας και εικονικής ευημερίας με δανεικά. Τώρα που το μπαλόνι έσκασε, τα ξεπληρώνουμε αναδρομικά, συσωρευτικά, σε σύντομο χρόνο και με βαριά ύφεση, ανεργία, απολύσεις. Έτσι γεννήθηκε ο τελευταίος (και χειρότερος) φόβος, που θα κρατήσει για  χρόνια: ο φόβος για πτώχευση, την τύχη των αποταμιεύσεων, των συντάξεων, της εργασίας, για έξοδο από την ΕΕ, γαι επιστροφή στη δραχμή, για το μέλλον των παιδιών μας, του δικού μας και της Ελλάδας.     
Άγνωστος γράφει με σπρέι στους τοίχους της Αθήνας: «ΥΠΟΦΕΡΩ…». Εγώ θα έγραφα «ΦΟΒΑΜΑΙ…».
 Το ανθρώπινο είδος, από το λυκαυγές του, πορεύεται μέσα στον φόβο (για φυσικά φαινόμενα που θεοποιούσε και εξευμένιζε με ανθρωποθυσίες,  για ανθρωποφάγα ζώα, για θεομηνίες, λιμούς, λοιμούς, πολέμους, δικτατορίες, κλπ). Είναι καταπληκτικό ότι μεγαλουργεί παρά τους φόβους αυτούς.
Για χρόνια προσπαθούσα να καταλάβω το νόημα του Καζαντζάκειου  «Δεν ελπίζω τίποτα δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος». Τώρα ξέρω.

368. ΕΚΤΩΡ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ


Εικονίζεται το έργο μου "Έκτωρ και Ανδρομάχη" από την συλλογή "Όστρακα"
Hector and Andromache.  One of the most popular scenes of Iliad is revived here. Hector kisses goodbye his wife, Andromache, with their baby in her arms, before he rejoins his co-warriors in the battle. 

367. Ψάχνοντας το κουφετί σύννεφο

         Θα πρέπει να ήμουν πέντε χρονών, όταν η γιαγιά μου πήγε να επισκεφτεί μια φίλη της στην παρακάτω γειτονιά και με πήρε μαζί της. Εκεί γνώρισα το εγγόνι της, τον Στέφανο, περίπου στην ηλικία μου.
Ίσως να ήτανε Άνοιξη, ίσως Φθινόπωρο, απόγευμα. Από την αυλή του σπιτιού τους, όπου έπαιζα με τον Στέφανο, βλέπαμε ένα μεγάλο κομμάτι ουρανού προς την Δύση. Ο ήλιος ήταν στο γέρμα του κι έβαφε με ένα υπέροχο ροζ χρώμα κάτι πουπουλένια συννεφάκια. Ο Στέφανος μού λέει: «Τα σύννεφα αυτά σαν κουφέτα δεν είναι;».
Εκείνα τα συννεφάκια έμειναν χαραγμένα στην μνήμη μου. Οι τελευταίες ηλιαχτίδες το φώτιζαν με ένα παραμυθένιο χρώμα σε πολλές αποχρώσεις του ροζ. Βλέποντάς τα αιστάνθηκα νοσταλγία, χωρίς να ξέρω γιαποιο πράγμα, ανάκατη με μια δόση μελαγχολίας, ίσως γιατί το θέαμα ήταν τόσο μακρινό και άπιαστο, ίσως γιατί σε λίγο δεν θα υπήρχε πλέον.
Κάθε που βλέπω ροζ συννεφάκια στο ηλιοβασίλεμα, ψάχνω να βρω εκείνο το συγκεκριμένο, το κουφετί της νηπιακής μου ηλικίας, όταν άρχισα να ανακαλύπτω τα θαύματα του κόσμου. Ακόμη δεν το βρήκα...

366. Η άγνωστη ημερομηνία θανάτου

Το γεγονός ότι η ημερομηνία του θανάτου μας παραμένει άγνωστη (εξαιρώντας τους αυτόχειρες) κάνει την ζωή μας να έχει νόημα.
Μια ανθρώπινη κοινωνία,  στην οποία η ημερομηνία αυτή θα ήταν γνωστή, θα ήταν όχι απλά διαφορετική αλλά  εντελώς αλλιώτικη.
Η διαφορά θα ήταν τόσο μεγάλη όσο αυτή ανάμεσα σε εμάς και στους εξωγήινους.

365. Αυταπάτη περί ευτυχίας

         Είμαστε θύματα της ομαδικής αυταπάτης ότι, επειδή στην σύγχρονη εποχή έχουμε υπερεπάρκεια αγαθών είμαστε, ντε και καλά, πιο ευτυχισμένοι από τις προηγούμενες γενιές.
Αν αλήθευε αυτό, κάθε γενιά θα ήταν πιο δυστυχισμένη από την επόμενη  και πιο ευτυχισμένη από την προηγούμενή της.
Επομένως, οι αρχαίοι θα ήσαν πανδυστυχείς και οι πρωτάνθρωποι πανδυστυχέστατοι.
Αυτή η αυταπάτη εδράζεται στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι τα αγαθά φέρνουν την ευτυχία. Αμ, δε...

364. Ανοιχτή επιστολή σε υποψήφιο αυτόχειρα λόγω χρεών

Συχνό πλέον φαινόμενο στην εποχή μας η αυτοκτονία λόγω χρεών.  Ομολογώ πως δεν το καταλαβαίνω. Αν είχα μπροστά μου ένα υποψήφιο αυτόχειρα λόγω χρεών θα ήθελα να του έλεγα δυο λόγια. Επειδή αυτό είναι αδύνατον, γράφω αυτή την επιστολή με την αμυδρή ελπίδα ότι ενδέχεται  να την διαβάσει. 

«Φίλε μου, κατανοώ την απόγνωση σου. Τα χρέη σε έχουν πνίξει, οι δανειστές σε κυνηγούν και σου κάνουν  τον βίο αβίωτο. Όμως, κάνε ακόμη  μια προσπάθεια για να δούμε το πρόβλημα λίγο πιο ψύχραιμα. Δεν χάθηκε το παν. Έχεις ακόμη την ζωή σου και την υγεία σου. Την οικογένειά σου και τους φίλους σου που σε αγαπούν και θα πικραθούν αν σε χάσουν. 

«Καλά όλα αυτά αλλά με τους δανειστές, τι θα γίνει;» θα με ρωτήσεις ευλόγως. Επίτρεψέ μου να σου απαντήσω με ένα ανέκδοτο. Περασμένα μεσάνυχτα και ο Ισαάκ στριφογυρίζει σαν σβούρα στο κρεβάτι, αδυνατώντας να κοιμηθεί. Η γυναίκα  του τον ρωτά τι συμβαίνει. «Τι να συμβαίνει; Χρωστώ στον γείτονα, τον Αβραάμ, 100 λίρες που πρέπει να του επιστρέψω αύριο το πρωί, και δεν τις έχω», της είπε. Αυτό είναι το πρόβλημά σου; Θα το ταχτοποιήσω αμέσως». Σηκώνεται εκείνη ανοίγει το παράθυρο και μέσα στη νύχτα φωνάζει: «Αβραάμ, Αβραάμ, ξύπνα, θέλω να σου μιλήσω». Σε λίγο ανοίγει το απέναντι παράθυρο και ένας αγουροξυπνημένος Αβραάμ τι ρωτά: «Τι έπαθες, Σάρα, και φωνάζεις;». «Ο άντρας μου σου χρωστά λεφτά, που πρέπει να σου πληρώσει αύριο». «Ναι». «Ε, μάθε λοιπόν πως δεν έχει να σου τα δώσει» και κλείνει το παράθυρο. Γυρίζει στον άντρα της «τώρα κοιμήσου εσύ και άσε τον Αβραάμ να  ξαγρυπνά».
Αυτό που έκανε η Σάρα δεν είναι παρά η συνήθης πρακτική στον επιχειρηματικό (και όχι μόνο) κόσμο σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης,  από καταβολής κόσμου. Για κάθε δάνειο που χορηγείται από τράπεζα ή ιδιώτη υπάρχουν δύο εκδοχές για τον δανειολήπτη: είτε να μπορέσει να το ξεπληρώσει είτε όχι. Όποιος δίνει δάνειο γνωρίζει ότι παίρνει αυτόν τον ρίσκο. Η αδυναμία εξόφλησης  δεν είναι ντροπή  για τον οφειλέτη, εφόσον έχει εξαντλήσει όλες του τις δυνατότητες να επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό ή έστω ένα μέρος αυτού, το μεγαλύτερο που μπορεί. Μομφή και ψόγος θα υπήρχε αν ήταν μπαταξής και ενώ μπορεί να αποπληρώσει δεν το κάνει για να «ρίξει» τον δανειοδότη.

Αυτά που γράφω εδώ δεν είναι θεωρητικολογίες. Στο τραπεζικό σύστημα, όπου υπηρέτησα επί δεκαετίες από διευθυντικές θέσεις, συνηθίζουμε να λέμε την βιβλική φράση, που συνοψίζει το θέμα: «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Όταν ο άλλος αποδεδειγμένα δεν έχει να σε πληρώσει, το παίρνεις απόφαση και διαγράφεις το χρέος. Αυτό δεν γίνεται μόνο με ιδιώτες και επιχειρηματίες αλλά και με ολόκληρες κυβερνήσεις.

Θα μου πεις πως όταν κάποιος πτωχεύσει,  υποβαθμίζεται σημαντικά  η ποιότητα ζωής του. Η ζωή όμως είναι τόσο ωραία που αξίζει να την ζεις  ανεξάρτητα από βιοτικό επίπεδο. Σε έσχατη ανάγκη, θα προτιμούσα να κλειστό σε μοναστήρι στο Αγιονόρος, όπου κανείς πιστωτής δεν θα με ενοχλεί, και να ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου σε γαλήνη θαυμάζοντας τη φύση. Και όταν, ύστερα από καιρό ηρεμούσα, ίσως αποφάσιζα, με νέο κουράγιο, να επέστρεφα  σπίτι μου και να άρχιζα από την αρχή. 

Η αυτοχειρία δεν λύνει κανένα απολύτως πρόβλημα. Η αυτοχειρία είναι η μη-λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα. Είναι από μόνη της πρόβλημα. Κανένας δεν κερδίζει τίποτε, όλοι χάνουν. Ο δανειστής μου δεν εισπράττει δεκάρα, οι συγγενείς και φίλοι μου χάνουν ένα αγαπημένο πρόσωπο και εγώ χάνω ό,τι πολυτιμότερο και μοναδικό έχω: την ζωή μου. Όλα τα άλλα μπορεί  να είναι αναστρέψιμα. Η απώλεια της ζωής μου όχι.

Μια τελευταία λέξη. Αν εγώ δεν σε έπεισα με τα επιχειρήματά μου, τηλεφώνησε στις ειδικές γραμμές ψυχολογικής στήριξης που υπάρχουν γι’ αυτό τον σκοπό  και μίλα για το πρόβλημά σου. Αυτό το τηλεφώνημα θα είναι η πιο σημαντική κίνηση που θα έχεις κάνεις  στη ζωή σου.  Σκέψου νηφάλια. Καλή τύχη".

(Εικονίζεται το σκίτσο μου με τίτλο "Αυτόχειρ" από την συλλογή "Γελοιογραφίες")